Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

Η ΑΜΟΡΓΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗ "ΧΟΖΟΒΙΩΤΙΣΣΑ"



Δεν χρειάζονται πολλά λόγια να την περιγράψουμε γιατί δεν θα βρεθεί κανένας που δεν θα πει ήταν το ομορφότερο πλεούμενο στην Αιγιάλη.
Ο καπετάν Κωνσταντής Χάλαρης από την Αιγιάλη, είναι ο άνθρωπος που έχει συνδέσει εδώ και 25 χρόνια το όνομά του με την εξυπηρέτηση των αναγκών των Αμοριανών για την επικοινωνία τους με τον κόσμο που τους περιβάλλει, ανάγκες που διεκπεραίωνε όλο το χρόνο και με κάθε καιρό από το τιμόνι της καλοτάξιδης Χοζοβιώτισσας» η οποία καθώς έδωσε τη σκυτάλη σε ένα νεώτερο σκάφος, υποχρεωτικά καλείται να γίνει καυσόξυλα για τους φούρνους των νησιών…

Όντως η 42χρονη «Χοζοβιώτισσα», είναι το τελευταίο παραδοσιακό σκάφος που πλέει στα νερά της Αμοργού και είναι δημιούργημα του ονομαστού καραβομαραγκού Μπαζαίου που είχε το περίφημο καρνάγιο του στο Ξυλοκερατίδι. Ένα άλλο που πλέει ακόμα, πουλήθηκε πριν από χρόνια στην Κρήτη και κανείς δεν ξέρει τι έχει απογίνει. Το ζήτημα όμως που καίει εκτός τον Κωνσταντή και όλους τους Αμοργιανούς καθώς και όσους αγαπάνε την Αμοργό που γνώρισαν κάποτε και θέλουν χωρίς να τους επιβάλλεται από ιδιοτελή συμφέροντα να διατηρήσει το μοναδικό ύφος της, είναι το μέλλον της ώριμης πλέον «Χοζοβιώτισσας», μέλλον που δεν διαγράφεται καθόλου ευχάριστο γιατί οι καινούργιοι καιροί έχουν σφίξει για τα καλά και η δαγκάνα της απόσυρσης πλησιάζει γοργά και γι’ αυτό το πλεούμενο πού καμάρωνε όλο το νησί.
Το «Χοζοβιώτισσα» αγόρασε ο Κωνσταντής το 1985 από τον γαμπρό του Γιάννη Βεκρή με 300 χιλιάδες δραχμές και τα χρήματα που πήρε από την πώληση ενός παραθαλάσσιου χωραφιού στην Αιγιάλη γιατί καθώς μεγάλωνε η οικογένεια και τον αποζητούσαν τα παιδιά του, είχε πάρει την απόφαση να ξεμπαρκάρει από τα καράβια. Από τότε που έβγαλε το σχολείο, ο Κωνσταντής είχε μπει στη θάλασσα. Στην αρχή δούλεψε στα ψαράδικα του Βεκρή και κατόπιν για 2 χρόνια στον παλιό «Σκοπελίτη». Μετά το στρατιωτικό του μπάρκαρε στα καράβια όπου δούλεψε για 10 χρόνια. Στο διάστημα αυτό παντρεύτηκε τη Μαρία Θεολογίτη και απέκτησε δυο παιδιά, την Παναγιώτα και τον Αντώνη τα οποία τότε κάθε φορά που έφευγε ο πατέρας τους έκλαιγαν και τον παρακαλούσαν να μείνει στο σπίτι. Ο Κωνσταντής στο μεταξύ έβλεπε πως άλλαζαν τα πράγματα στην εμπορική ναυτιλία κι έτσι χωρίς πολλή σκέψη ξεμπάρκαρε, έριξε άγκυρα στην Αιγιάλη και αποφάσισε να αποκτήσει ένα καίκι.

Τότε λοιπόν πήρε τη «Χοζοβιώτισσα», μήκους 11.85 μέτρων με μια μηχανή Λίστερ την οποία κρατάει ακόμα πάνω της και στην αρχή ξεκίνησε με το ψάρεμα. Παλιότερα είχε ασχοληθεί πάλι με το ψάρεμα με τον γαμπρό του Γιάννη Βεκρή και ένα άλλο καίκι, τον «Πανορμίτη» αλλά εκείνος ο συνεταιρισμός δεν είχε προκοπή. Έτσι τούτη τη φορά βγήκε μόνος του στη θάλασσα και όταν χρειάζονταν έπαιρνε μαζί του τη γυναίκα του η οποία χωρίς να ξέρει τίποτα σχεδόν από ψάρεμα γρήγορα αποδείχθηκε πολύτιμος σύντροφός του. Τα δρομολόγια που έκανε περιορίζονταν γύρω από την Αμοργό και πολλές φορές έφτανε μέχρι τα κοντινά ερημόνησα Λιάδια καθώς και στην απόμερη Κίναρο, ένα νησί στη μέση ακριβώς του Αιγαίου με το οποίο κατόνιν συνδέθηκε ιδιαίτερα αφού εδώ και 23 χρόνια εκτελεί τακτικά την επιδοτούμενη δρομολογιακή γραμμή ή αλλιώς «ταχυδρομείο» όπως το ξέρουν οι περισσότεροι σε αυτή τη μακρινή και διαρκώς ταραγμένη γωνιά του Αρχιπελάγους.
Μέχρι πέρσι το δρομολόγιο το εκτελούσε με την παλιά «Χοζοβιώτισσα» αλλά όπως προαναφέρθηκε για το ηρωϊκό αυτό πλεούμενο πλησίαζε η ώρα της απόσυρσης και ο Κωνσταντής αποφάσισε να αγοράσει ένα άλλο, πιο σύγχρονο σκάφος και ασφαλώς ταχύτερο. Στη απόφαση αυτή πρυτάνευσε και η επαγγελματική εξασφάλιση του γιού του Αντώνη ο οποίος έμεινε και δούλεψε κοντά του και έχει αναλάβει πλέον το τιμόνι της «Χοζοβιώτισσας» της νεώτερης. Με αυτό το γρήγορο πλεούμενο ο Κωνσταντής εκτελεί πλέον το καθιερωμένο δρομολόγιο προς την Κίναρο και το καλοκαίρι πραγματοποιεί ημερήσιες εκδρομές γύρω από όλη την Αμοργό και κάνει δρομολόγια από τον όρμο της Αιγιάλης προς όλες τις κοντινές παραλίες. Ακόμη αν χρειαστεί κάνει και κανένα έκτατο δρομολόγιο προς τη Νάξο και τα γύρω μικρά νησιά. .

Στην ερώτηση γιατί δεν κρατάει και τα δυο σκάφη, απαντά ευθέως πως είναι ασύμφορο, χώρια που αγωνία τους στις ημέρες με μεγάλη κακοκαιρία είναι διπλή καθώς το σημερινό λιμάνι της Αιγιάλης δεν είναι και τόσο ασφαλές για τα σκάφη. «Ξενυχτάμε για το ένα» λέει, «φτάνει. Πέρσι κοντέψαμε να τα σπάσουμε. Κινδυνεύουμε. Και νάχεις και δυο; Σε ποιο να πρωτοπάς; Είναι το παιδί που με βοηθάει, αλλά η κατάσταση με έχει κουράσει». Ανεξάρτητα όμως από τους κινδύνους, σκέφτεται πως άμα έρθει η ώρα για το «κόψιμο» της παλιάς «Χοζοβιώτισσας», θα του τη δώσει κυριολεκτικά. «Δεν είναι τα λεφτά που θα πάρω», σχολιάζει «είναι και οι αντοχές που πρέπει να έχεις για να κρατήσεις ένα τέτοιο σκάφος. Αν είχα λεφτά θα το κρατούσα, αλλά τα φέρνουμε ίσια – ίσια».

Ακούγοντάς τον, σκεφτήκαμε πώς θα μπορούσε να βρεθεί μια διαφορετική λύση ώστε να παραμείνει η «Χοζοβιώτισσα» ως ένα ιστορικό, αναπόσπαστο από την ιστορία της Αμοργού στοιχείο στο λιμάνι της Αιγιάλης και να αποκτήσει ένα μουσειακό – διδακτικό ρόλο, χωρίς όμως να ζημιωθεί και ο άνθρωπος που την είχε και τη δούλευε με ιδρώτα πολύ, τόσα χρόνια. Αν ήταν κάποιος άλλος στη θέση του, καθώς μάλιστα οι ψαράδες τελευταία τα φέρνουν όλο και πιο δύσκολα, ενδεχομένως θα έτριβε τα χέρια με την αποζημίωση που θα έπαιρνε από την απόσυρση.
Στην καρδιά όμως του Κωνσταντή, υπάρχει ακόμη η απαραίτητη ευαισθησία για τη διάσωση ενός κομματιού της παραδοσιακής ζωής των Αμοργιανών και επί πλέον η ψυχή του, διαθέτει και την ανάλογη αισθητική γι’ αυτό το πλεούμενο, πράγμα που έχει σχεδόν χαθεί από τα περισσότερα λιμάνια του Αιγαίου. Την πραγματική αξία της «Χοζοβιώτισσας» πιστεύουμε πως όλοι θα αντιληφθούν, όταν λείψει κάποια ημέρα από το λιμάνι της Αιγιάλης, αλλά τότε πλέον θα είναι αργά, καθώς κάποια πράγματα όπως αυτό το ομορφοκαμωμένο καίκι, όταν καταστραφούν, κανένας δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει κάτι ανάλογο, εκτός από την διαχρονική πείρα των ανθρώπων.
 
Με το «Χοζοβιώτισσα» λοιπόν που σε λίγο θα πάψει να ομορφαίνει τα νερά της Αμοργού ο Κωνσταντής δούλεψε καλά όλα τα χρόνια. Τον βοήθησε λέει η Παναγία που έδωσε το όνομά της στο καίκι και πρόκοψε, έτσι ώστε και το δεύτερο σκάφος που πήρε και το οποίο όταν το πήρε από την Ύδρα το έλεγαν «Χρήστο», το όνομα της Παναγίας του έδωσε και περιμένει πάλι τη βοήθεια της Κυράς της Αμοργού.
Είτε στο ψάρεμα, είτε στις μεταφορές η Παναγία ήταν πάντα δίπλα του και τον βοηθούσε. Έτσι όλα αυτά τα χρόνια, αν και πέρασε φουρτούνες και φουρτούνες, δεν έπαθε καμιά μεγάλη ζημιά. Κάποιες φορές μόνο όταν ψάρευε αποκλείονταν για αρκετές ημέρες στην Κίναρο, αλλά δεν τον πείραζε γιατί ήταν τόσο εξοικειωμένος με το νησί και εκείνα τα χρόνια είχε κόσμο πάνω του και τον γνώριζαν καλά καθώς σε αυτών απευθύνονταν όταν ήθελαν να μεταφέρουν πράγματα στο νησί ή τα κατσίκια για το χασάπη. Αυτός τους πήγαινε φάρμακα, τρόφιμα, ζωωοτροφές, ότι ήθελαν από κεί πέρα. Αυτός πάλι μετέφερε και τον τελευταίο κάτοικο της Κινάρου, τον 80χρονο Γιώργη Θηραίο σαν αρώστησε βαριά την άνοιξη του 1997. Ο γιατρός τότε συνέστησε να γίνει η μεταφορά του ασθενούς με ελικόπτερο, αλλά ο γέροντας ούτε να ακούσει ήθελε αυτό το πράγμα. Έπνεαν πολύ ισχυροί άνεμοι εκείνες τις ημέρες και φοβήθηκε μη πέσει το ελικόπτερο και γι’ αυτό ζήτησε από τον Κωνσταντή να πάει να τον πάρει. Τι να κάνει αυτός; Αψήφησε τον κίνδυνο και πήγε στο νησί, τον πήρε και τον έφερε στην Αμοργό και αυτό ήταν το τελευταίο ταξίδι του θρυλικού γέροντα της Κινάρου.
Τώρα εκτελεί τακτικά δρομολόγια προς την Κίναρο γιατί μετά το θάνατο του γέρο Θηραίου στο νησί επέστρεψε η κόρη του Ειρήνη και κατοικεί εκεί μαζί με τον άντρα της, τον Καλύμνιο Μικέ Κατσοτούρχη. Γι’ αυτούς λοιπόν τώρα ο Κωνσταντής είναι άνθρωπος που δένει το καινούργιο του καίκι μια φορά την εβδομάδα, όταν το επιτρέπει φυσικά ο καιρός, στο σίδερο της μικρής προβλήτας στον όρμο του Πνιγκού και τους μεταφέρει προμήθειες και άλλα απαραίτητα.

Οι θάλασσες πάντως γύρω από την Αμοργό δεν είναι πάντα και τόσο ήσυχες και ο Κωνσταντής έχει πολλά να πεί για φουρτούνες που έχει δοκιμάσει και τους δυνατούς αέρηδες που επικρατούν χειμώνα - καλοκάιρι. Μια φορά θυμάται έπρεπε να πάει μια έγκυο η οποία αντιμετώπιζε επί 3 ημέρες δυσκολίες στον τοκετό, στη Σύρο. Πρέπει να ήταν πάνω από 8 μποφώρ όταν ξεκίνησε και σαν έφτασε έξω από τη Δονούσα, της ήρθε η ώρα να γεννήσει και ο γιατρός που ήταν μαζί τους, τον παρακάλεσε να κάνει κάτι να μην κουνάει πολύ το καίκι για να μπορέσει να ησυχάσει η γυναίκα. Μέσα στον χαλασμό, έκανε ότι μπορούσε και σε λίγο ήρθε στον κόσμο ένα αγοράκι που το βάφτισαν Σταύρο, στη χάρη της εκκλησίας του Σταυρού της Δονούσας. Αφού γέννησε λοιπόν η γυναίκα, δεν υπήρχε λόγος να πάνε πλέον στη Σύρο κι έτσι έστριψε το τιμόνι του πίσω προς την Αμοργό. Ήταν η εποχή ακόμη που και τα σταθερά τηλέφωνα ήταν πολυτέλεια κι έτσι δεν ήταν σε θέση να ειδοποιήσουν κανένα για το ευχάριστο γεγονός που έγινε μέσα στη «Χοζοβιώτισσα». Ο πατέρας της γυναίκας όμως που μόλις πριν από μια ώρα τους είχε αποχαιρετήσει από το λιμάνι της Αιγιάλης, όταν είδε το καίκι να επιστρέφει, ο νους του πήγε αμέσως στο κακό και ώσπου να πληροφορηθεί τι ακριβώς είχε συμβεί, κόντεψε να τρελλαθεί από αγωνία. Άλλη μια φορά θυμάται χρειάστηκε να μεταφέρει μια παρέα Γερμανών από την Αιγιάλη στη Μουτσούνα και η θάλασσα ήταν πολύ άγρια. Κάποια στιγμή κατάλαβε πως θα χάνονταν όλοι και ανακοίνωσε πως θα γυρίσει πίσω. Μόλις το άκουσαν αυτό οι Γερμανοί, νόμισαν πως ήθελε περισσότερα χρήματα και του πρότειναν να του δώσουν τα διπλάσια προκειμένου να βγουν στη Νάξο. «Έβραζε η θάλασσα» θυμάται «αλλ’ αυτοί δεν καταλάβαιναν τίποτα από τον κίνδυνο.. Αναίσθητοι, δεν ένοιωθαν ότι θα μπορούσε να μας τσακίσουν τα κύματα και να πνιγούμε. Να γλυτώσουμε ήθελα και αυτοί με παρεξήσαν. Τι να τα έκανα τα χρήματα αν πηγαίναμε όλοι μαζί στο βυθό;».


Δεν είναι μία, ούτε δυο οι ιστορίες που μπορεί να αφηγηθεί ο Κωνσταντής για τα χρόνια που εξυπηρετούσε τους συμπατριώτες τους με τη «Χοζοβιώτισσα» κι έχει να πει ακόμα για ένα σωρό καλές στιγμές αλλά και για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε μαζί τους στη θάλασσα. Λίγο – πολύ οι περισσότεροι από τους τρανώτερους σήμερα Αμοριανούς έχουν ταξιδεύσει με την «Χοζοβιώτισσα» και όλοι έχουν επίσης κάτι να πούνε για αυτό το ωραίο καίκι. Έτσι, όλοι σκέφτονται πως είναι κρίμα να χαθεί το πλεούμενο, που εκτός του ότι φέρει το όνομα της Κυράς της Αμοργού, είναι συνδεδεμένο με τη ναυτική και την κοινωνική της ιστορία τους για μισό αιώνα!

Η «Χοζοβιώτισσα» ήταν μεγάλο σχολείο για τον Αντώνη και δίπλα στον πατέρα του έμαθε τη θάλασσα και τα μυστικά της πριν αναλάβει το τιμόνι της νέας «Παναγίας Χοζοβιώτισσας»


Δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας Έθνος, "Σκάφος - Φουσκωτό" τον Σεπτέμβριο του 2007.



Ποιος θα σώσει την «Χοζοβιώτισσα»;

Δυστυχώς αυτό που θαυμάστηκε ως ελληνικό τοπίο, τα τελευταία χρόνια πιέστηκε τόσο πολύ από τα συμφέροντα των αμόρφωτων επιτήδειων και την απαιδευσιά των νεόπλουτων που σχεδόν διαλύθηκε και αν επιζεί, ως σπάραγμα στο περιθώριο της ακαλαισθησίας του επιπόλαιου κέρδους μόνο ανιχνεύεται. Ορισμένα μάλιστα από τα στοιχεία που το χαρακτήριζαν, όπως για παράδειγμα τα παραδοσιακά καίκια, η απαλλοτρίωσή τους είχε το δέλεαρ της αποζημίωσης προς τους κατόχους τους που υποχρεώθηκαν μάλιστα να τα διαλύσουν και να τα πουλήσουν για καυσόξυλα!
Γι’ αυτή την απαράδεκτη, επί χρήμασι καταστροφή αυτών των καικιών ειπώθηκαν πολλά στο παρελθόν και βρέθηκε λύση ώστε κάποια εμβληματικά και ιστορικά σκάφη τουλάχιστον, σώθηκαν με την αλλαγή της χρήσης τους και χωρίς ο ιδιοκτήτης τους να υποληφθεί των οικονομικών ευεργεσιών που έτυχαν όλοι οι ομότεχνοί του.
Τον κίνδυνο της καταστροφής αντιμετωπίζει τώρα και η «Χοζοβιώτισσα», ένα πανέμορφο τρεχαντήρι 11.50 μέτρων που ανήκει στον καπετάν Κωνσταντή Χάλαρη και έχει κατασκευαστεί πριν 42 χρόνια στο περίφημο ναυπηγείο του Βαζαίου, στο Ξυλοκερατίδι. Είναι μάλιστα το τελευταίο έργο του σπουδαίου μάστορα που πλέει ακόμη στα νερά του Αιγαίου αφού όλα τα άλλα διαλύθηκαν και εκτός αυτού είναι δεμένο με τη ζωή των Αμοργινών, από την εποχή που τα μεγάλα πλοία έφταναν στο νησί μια φορά την εβδομάδα και ήταν το μόνο σκάφος που με οποιοδήποτε καιρό τους μετέφερε στον προορισμό τους. Η προσφορά που δίνουν οι τεχνοκράτες για την απόσυρση της «Χοζοβιώτισσας» στον Κωνσταντή δεν είναι ευκαταφρόνητη αλλ’ αυτός το σκέπτεται και αναζητεί λύση που έχει να κάνει με την ιστορική μνήμη της Αμοργού και βεβαίως, και με την διωκόμενη αισθητική του κυκλαδίτικου τοπίου όπου πάντοτε κυριαρχούσαν τα ομορφότερα πλεούμενα του κόσμου!



Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", τον Σεπτέμβριο του 2007 .

ΜΙΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ

Πίστευα πως αυτές οι δημοσιεύσεις σε δυο μεγάλες μάλιστα εφημερίδες θα κινούσαν το ενδιαφέρον κάποιων αρμοδίων και με με μια γενναία παρέμβασή τους θα μπορούσε να σωθεί η "Χοζοβιώτισσα". Τίποτα όμως, το σκάφος έγινε κομμάτια στις αρχές του Δεκεμβρίου κι έτσι χάθηκε το στολίδι της Αιγιάλης.
.
Στα χνάρια του ιστορικού «Ζέπου»


Η συνάντηση με τον καπετάν Κωνσταντή Χάλαρη έγινε όταν μια καλή συντροφιά από την Αιγιάλη με επικεφαλής τον ιερέα των Θολαρίων Ειρηναίο Χρυσοβαλάντη, επισκεφθήκαμε στις αρχές του καλοκαιριού την Κίναρο για να δούμε το ζευγάρι του Μικέ Κατσοτούρχη και της Ειρήνης Θηραίου που ζουν όλο το χρόνο εκεί και να κάνουμε μια λειτουργία στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Στην επιστροφή καθήσαμε με τον καπετάνιο και τον γιό του Αντώνη, στο παραλιακό καφενείο της Αιγιάλης, «Αμοργιαλό» να κουβεντιάσουμε για την «Χοζοβιώτισσα» και κάποια στιγμή στην παρέα μας, προστέθηκε και η γυναίκα του Κωνσταντή Μαρία. Η κουβέντα τότε επεκτάθηκε στον πατέρα της, τον Αντώνη Θεολογίτη και κυρίως στον παππού της, μια αξέχαστη προσωπικότητα της Αιγιάλης, τον Θεόδωρο Συνοδινό ο οποίος ήταν αυτός που πήρε, όταν το έβγαλαν σε πλειστηριασμό στον Πειραιά, το ιστορικό καίκι του καπετάν Ανδρέα Ζέπου και το έφερε κατόπιν στην Αιγιάλη.
Ο Θόδωρος Συνοδινός είχε μαγαζί εκεί που είναι σήμερα ο «Αμοργιαλός» το οποίο δούλευε μαζί με τη γυναίκα του Μαρία. Το μαγαζί ήταν κυριολεκτικά μέσα στη θάλασσα, δεν υπήρχε τότε ο φαρδύς δρόμος μπροστά του, ούτε ο λιμενοβραχιόνας και δίπλα του είχαν μια μεγάλη γούρνα όπου έβαζαν μέσα τους αστακούς να τους κρατάνε ζωντανούς μέχρι να τους στείλουν με το πλοίο στον Πειραιά. Ο Θόδωρος κάποια χρόνια, στη δεκαετία του ’70 άφησε στο μαγαζί την κυρά του και πήγε στην Αθήνα και δούλευε σε ένα θυρωρείο. Είναι άγνωστο αν ήξερε τον καπετάν Ανδρέα Ζέπο και το πως έμαθε για τον πλειστηριασμό του «Ζέπου», αλλά έδειξε ενδιαφέρον για αυτό το τραγουδισμένο καίκι και αποφάσισε να το πάρει. Δεν του έφταναν όμως τα χρήματα και απευθύνθηκε στον γαμπρό του, Αντώνη Θεολογίτη και αυτός πούλησε χωράφια, βόδια, ότι μπορούσε και έτσι πήρε και μερίδιο από το καίκι. Ο Θόδωρος που η σχέση του με τη θάλασσα δεν ήταν και η καλύτερη, πλήρωσε έναν καπετάνιο και το έφερε στην Αιγιάλη και καθώς ήταν νύχτα, το κοπάνησαν μάλιστα από αβλεψία στο μώλο. Τον «Ζέπο» που δεν του άλλαξαν όνομα ο Θόδωρος Συνοδινός τον έδωσε και τον δούλεψαν για αρκετά χρόνια ο πατέρας της Μαρίας, Αντώνης Θεολογίτης και ο Δημήτρης Βεκρής μέχρι που τον πούλησε στον Θανάση Ταντάνη από της Νάουσα της Πάρου, παρουσίαση του οποίου δημοσιεύτηκε στο «Φουσκωτό», τεύχος Δεκεμβρίου 2006. Η απρόοπτη αυτή αναφορά για το «Ζέπο» σε τούτο το κείμενο, έχει τη σημασία της καθώς, σταθμό το σταθμό συμπληρώνει την πορεία του πιο τραγουδισμένου καίκου του Αιγαίου και προειδοποιεί εμμέσως για την τύχη της επίσης ιστορικής «Χοζοβιώτισσας»…


Και μια απρόοπτη ιστορία που έζησε ο Κωνσταντής

...Τα μεγάλα φίδια της θάλασσας

Όταν ο Κωνσταντής Χάλαρης πήρε την απόφαση να παρατήσει τα καράβια, η μόνη διέξοδος που είχε ήταν το ψάρεμα και καθώς διέθετε την ανάλογη εμπειρία τα πήγε αρκετά καλά. Ήταν βέβαια ακόμη τότε οι θάλασσες γεμάτες από ψάρια, αλλά το πρόβλημα όλης της Αμοργού ήταν η διάθεσή τους γιατί τα δρομολόγια των μεγάλων πλοίων προς τον Πειραιά ήταν πολύ αραιά και δεν είχαν ψυγεία να τα διατηρήσουν.
Στις επιτυχίες του συμπεριλαμβάνονται ένας καρχαρίας 250 κιλών που έπιασε πριν από καμιά δεκαριά χρόνια στη Μονόπετρα, λίγο έξω από το λιμάνι της Αιγιάλης ενώ ένα σελάχι 150 περίπου κιλών που έπιασαν με βλαχοπαράγαδο, όταν ψάρευαν μαζί με τον πεθερό του πριν από 20 χρόνια στην Κίναρο δεν κατάφεραν να το βγάλουν έξω γιατί δεν είχαν μεγάλο βίντσι. Από τα άλλα ψάρια που έπιασε ξεχώρισε ένας βλάχος 30 κιλά, θυμάται όμως κάποτε και μια μεγάλη ψαριά με 30 κιλά αστακούς.
Εκείνο όμως που του έμεινε, όλα αυτά τα χρόνια στη θάλασσα, ήταν που έπιασε ένα μεγάλο θαλάσιο φίδι. Μικρός ακόμη του άρεσε να πηγαίνει μόλις σουρούπωνε να ψαρεύει με αγκίστρια μουγκριά και σμέρνες κοντά στο λιμάνι και μια νύχτα έπιασε ένα θαλάσσιο φίδι, το έβγαλε στη στεριά και απ’ όσους το είδαν, κανένας ψαράς δεν ήξερε τι ήταν αυτό το μακρύ, ως δυο μέτρα λεπτό πράγμα που μαζεύονταν σαν τόπι και μόλις τον πλησίαζαν ανοίγονταν πάλι με ταχύτητα και απειλητικό σφύριγμα.
«Πήγαινα κοντά» αφηγείται «και αυτό αμόλαγει. Φοβήθηκα. Ήταν βασιλεμένος ο ήλιος. Όπως ήταν πιασμένο στο αγκίστρι τραβώντας το πάω στον Δημήτρη Βεκρή που ήταν παλιός ψαράς. Του λέω αυτό τι ψάρι είναι; Δεν το έχω ξαναδεί παιδί μου αυτό, μόνο πάνω στον Ποταμό, εκεί ήταν ένας γέρος, ο καπετάν Μιχάλης, Αλεπουδάκη τον λέγαμε, μόνο αυτός μπορεί να σου πει τι είναι. Θα το πάω. Πώς να το πάω όμως; Δεν το έπιασα στα χέρια, το τραβούσα και πήγαινα. Άμα αμόλαγε έτρεχα μακριά. Μαζεύονταν και άρχιζα πάλι να το τραβάω. Του λέω, αυτό τι είναι; Αυτό λέει είναι γναφιός, είναι σα φίδι και δεν τρώγεται γιατί έχει δηλητήριο. Πέταξέ το. Που να το πάω; Ήταν ένα ρέμα και το πετάω εκεί. Όπως ήταν, ούτε αγκίστρια, έβγαλα, ούτε τίποτα. Πήγαν οι σκύλοι του χωριού και τους έκανε κόλπα. Δυο μέρες ζούσε εκεί, το παρακολουθούσα. Μετά ψόφησε. Από τότε δεν ξανάδα τέτοιο».
Την ύπαρξη αυτών των θαλάσσιων φιδιών στις θάλασσες της Αμοργού, την επιβεβαιώνει και η καπετάνισσα της Αιγιάλης, η Βούλα Σαρπάκη (Βαρβάκαινα) η οποία τα χρόνια που ψάρευε τον άντρα της Αντώνη, έναν σπουδαίο ψαρά της Αιγιάλης, έπιασαν ένα περίπου 2,5 μέτρα. «Υπάρχουν μας είπε, αλλά δεν είναι πολλά. Στα 1000 άμα γεννήσει μια φιδιά, ένα ζει. Τα άλλα πεθαίνουν, γιατί τα τρώει η ίδια. Άμα πεινάει, τα τρώει. Έτσι έχω ακούσει από παλιούς…».

ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΠΟΛΩΝ

Φυσικά και δεν είναι εύκολο πράγμα να γνωρίσεις ένα λιμάνι μέσα σε λίγο χρόνο, πόσο μάλιστα αν θέλεις να μιλήσεις με όλους τους ανθρώπους που το κρατάνε ζωντανό, είτε ψαράδες είναι αυτοί, είτε ναυτικοί, είτε άλλοι επαγγελματίες που ολονών η ζωή και οι δραστηριότητες έχουν να κάνουν με τη θάλασσα. Όσο μικρό και αν είναι το λιμάνι, θέλει τελικά κι αυτό το χρόνο του και αρκετή προσπάθεια για να ανακαλύψεις εκείνα τα μικρά, ιδιαίτερα στοιχεία που το χαρακτηρίζουν.
Έτσι, σαν βρεθήκαμε στα Κατάπολα της Αμοργού, ένα λιμάνι με ιδιαίτερη σημασία για το νησί αλλά και με βαθιά ιστορία, στην ουσία δεν ξέραμε από να ξεκινήσουμε. Από το δίλημμα μας έβγαλε ο καπετάν Νικόλας Ψιακής, ο πιο παλιός ψαράς στον κόλπο ο οποίος μας μίλησε για την πρόσφατη ιστορία -100 χρόνων σχεδόν- μιας κοινότητας ψαράδων και ναυτικών μέσα στην οποία η οικογένειά του είχε ιδιαίτερη θέση. Έτσι έγινε η αρχή και σιγά – σιγά μέσα σε λίγες ώρες γνωρίσαμε αρκετούς ανθρώπους από τους οποίους ο καθένας μίλησε για το λιμάνι και τη θάλασσα από την δική του πλευρά. Φυσικά και υπάρχουν και άλλοι, οι οποίοι θα μιλήσουν και αυτοί όταν έρθει η σειρά τους. Ως τότε, ας κρατήσουμε τα λόγια αυτών ψαράδων που κουβεντιάσαμε μαζί τους και καημός όλων είναι να κρατηθεί η θάλασσα ζωντανή γιατί άμα πεθάνει, κοντά της θα σβήσει και το λιμάνι.



Ο καπετάν Νικόλας Ψιακής

και ο ωραίος «Γερονικόλας»

Η ιστορία των Ψιακήδων ξεκινάει από τη θάλασσα λέει ο καπετάν Νικόλας, ένας άνθρωπος που μέχρι σήμερα, ούτε μια ημέρα δεν έζησε μακριά της, ο οποίος δεν θεωρεί τον εαυτό του απόμαχο της ψαρωσύνης και όποτε μπορεί, ανοίγεται με το «Γερονικόλα» του έξω από τον κόλπο των Κατακόλων και γυρίζει πότε με λίγα, πότε με πολλά ψάρια στη μικρή σκάλα στο Ξυλοκερατίδι που όσα χρόνια ο ίδιος θυμάται, εκεί έδεναν πάντα τα καίκια τους η γενιά των Ψιακήδων.

Όλη του τη ζωή ο καπετάν Νικόλας Ψιακής την πέρασε στη θάλασσα στην οποία ακόμα παλεύει με τον «Γερονικόλα» που στολίζει τη σκάλα στο Ξυλοκερατίδι.
Σήμερα απόμεινε ο μόνος από την μεγάλη οικογένεια των Ψιακήδων που διέπρεψε στο ψάρεμα και σαν αρχίσει να μιλάει, θαρρείς πως θα ακούσεις ολόκληρη, όχι μόνο την ιστορία των προγόνων του, του πατέρα του και των αδερφών του, αλλά και όλων των υπολοίπων ψαράδων της Αμοργού. Οι πολύτιμες καταθέσεις του ξεκινούν πάντα από την προπολεμική Αμοργό, τότε που οι άνθρωποι που πρόλαβε να γνωρίσει, με ελάχιστα και πρωτόγονα εργαλεία κατάφερναν να χορταίνουν το νησί με ψάρι.
Ο κόπος τους φυσικά και ήταν μεγάλος, ούτε μπορούμε σήμερα να φανταστούμε πως πήγαιναν με τα κουπιά από τα Κατάπολα μέχρι τις Μακάρες και τα Αντικέρια και πως ταξίδευαν τα καίκια στις αγριεμένες θάλασσες μόνο με τα πανιά τους. Είναι εμπειρίες μια ζωής που δεν έχουν σημαδέψει μόνο τον καπετάν Νικόλα και τους δικούς του, αλλά ολόκληρη την Αμοργό και όποιος σήμερα τις ακούει νομίζει πως όλα αυτά έγιναν σε ένα άγνωστο τόπο, μια εποχή που λες δεν υπήρξε ποτέ!
Ο πατέρας του Γιάννης, θυμάται ο Νικόλας, είχε εκεί στα χρόνια του ’30 ένα μικρό βαρκάκι 4 μέτρων φτιαγμένο από τα χέρια του περίφημου καραβομαραγκού Μπαζαίου (Γιώργος Συνοδινός) και με το οποίο ψάρευε μαζί με τα αδέρφια του, Νικόλα, Αντώνη και Μιχάλη, ενώ πολύ σύντομα, μόλις ησύχασαν τα πράγματα μετά το 1945 στην παρέα προστέθηκε κι αυτός μαζί με το μεγαλύτερο αδερφό του Βασίλη. Στην ουσία, με αυτό το βαρκάκι προσπαθούσαν να ζήσουν τέσσερις οικογένειες σε μια εποχή που ούτε εργαλεία υπήρχαν, ούτε και χρήματα είχε ο κόσμος να αγοράσει ψάρια. Πέρα όμως από αυτό, καθώς οι βάρκες κινούνταν με τα κουπιά ακόμα ο «Γιάννης» είχε ανάγκη από δυνατά χέρια και ας μην μπορούσε να ταίσει καλά τα στόματα των έξι νοματαίων που περίμεναν να ζήσουν από τη θάλασσά τους.

Αυτό το βαρκάκι, όπως και τα περισσότερα εκείνη την εποχή δεν είχε όνομα αλλά οι Ψιακήδες υποχρεώθηκαν να το βαφτίσουν «Γιάννη» κατόπιν διαταγής των Ιταλών κατακτητών που για να μπορούν να ελέγχουν τις κινήσεις στο λιμάνι έπρεπε να ξέρουν ποιος έχει το κάθε σκάφος, που πηγαίνει και το έχει βεβαίως στο αμπάρι.
Οι ίδιοι πάλι, για το φόβο του σαμποτάζ υποχρέωναν τους ψαράδες να βγάζουν τις νύχτες τα κουπιά και να τα παραδίδουν για ασφάλεια στο Φρουραρχείο. Είχαν μάλιστα φτιάξει και φυλάκια, ένα στη Μύτη μπροστά από το λιμάνι και ένα άλλο στο Φανάρι και όποιο καίκι περνούσε από εκεί έδινε υποχρεωτικά τα στοιχεία του. Οι κατακτητές όμως είχαν και λόγο στην ψαριά, καθώς συγκέντρωναν όλα τα ψάρια από τους ψαράδες και έβαζαν κάποιους δικούς τους ανθρώπους να τα μοιράσουν στον κόσμο. Έτσι οι ψαράδες δεν έβλεπαν ποτέ πεντάρα τσακιστή στην τσέπη τους.
Από την άλλη μεριά όμως, με αυτό τον τρόπο χόρταινε ο πεινασμένος κόσμος ψάρι. «Πηγαίναμε» λέει Νικόλας, «το καλοκαίρι πίσω από την Αμοργό, κάτω από το Μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας και ψαρεύαμε γοπί που εκεί ήταν άφθονο. Το βγάζαμε στο Μούρο και την Αγία Άννα και το φέρναμε κατόπιν φορτωμένο με ζώα στα Κατάπολα και το έπαιρναν οι Ιταλοί να το μοιράσουν. Κάναμε πολλές ώρες να φτάσουμε ως εκεί με το κουπί. Άμα είχε καιρουλάκι καλό, μπορεί να κάναμε και πανί. Αλλιώς, μας έβγαινε η ψυχή. Κουπί και αγάντα!».

Τον υπόλοιπο καιρό ψάρευαν μπροστά από τα Κατάπολα αλλά συχνά έφταναν και πέρα από τα Κουφονήσια. «Πηγαίναμε μέχρι εκεί που είναι κάτι νησάκια, προς τη Σχοινούσα. Εκεί πηγαίναμε και ψαρεύαμε τη νύχτα. Φεύγαμε από εδώ μόλις έπεφτε η μέρα και πηγαίναμε ως το Φανάρι. Αφού φτάναμε ως εκεί λέγαμε, δεν πάμε και στο Αντικέρι; Πάμε στο Αντικέρι. Αφού πηγαίναμε ως εκεί, δεν πάμε και στα νησάκια λέγαμε. Πηγαίναμε για πιο καλά. Πηγαίναμε εκεί, ψαρεύαμε καμιά ώρα πιάναμε λίγα ψαράκια, ίσια πάλι από εκεί κουπί, για εδώ. Ήταν πολύ κουραστική η ζωή τότε!».
Τη μεγάλη κούραση την διεσκάδαζε η καλή ψαριά καθώς τότε η θάλασσα ήταν γεμάτη. Έπιαναν μελανούρια, σάλπες, κοκκάλια, συναγρίδες αλλά ο κόσμος δεν είχε λεφτά και έτσι το μεροκάματο ήταν πενιχρό. Ο κόσμος τότε κοίταζε να χορτάσει με γοπί που αφθονούσε και ήταν και πιο εύκολο στο ψάρεμα. Πήγαιναν τα βράδια στα «αυλάκια» που είναι γεμάτες οι ακτές της Αμοργου και με την απόχη έπιαναν μέχρι και εκατό κιλά γοπί στην κάθε εξόρμηση. Ο καπετάν Νικόλας νοσταλγεί εκείνη την εποχή που έβγαζε το γοπί με το φτυάρι από τη θάλασσα και λέει πως εδώ και τέσσερα – πέντε χρόνια από τη θάλασσα της Αμοργού έχει χαθεί και η γόπα και το σαφρίδι.

Καθώς όμως μετά τον πόλεμο άλλαξαν τα πράγματα, το «Γιάννης» δεν χωρούσε πλέον τα έξι άτομα κι έτσι τη θέση του την πήρε ένα άλλο καίκι, λίγο μεγαλύτερο φτιαγμένο και αυτό από τον Μπαζαίο και αργότερα, το 1950 οι Ψιακήδες έφτιαξαν στη Σύρο ένα μεγάλο, το «Βασίλειο» στο οποίο έβαλαν, για πρώτη φορά μηχανή, μια μονοκύλινδρη «Παπαθανάση» και τότε αλάφρωσαν λίγο τα χέρια τους αλλά με τα δίχτυα δεν είχε αλλάξει τίποτα. Ήταν λίγα και τα έφτιαχναν μόνοι τους, όλη η οικογένεια, άντρες και γυναίκες έπλεκαν καθημερινά σπάγκο. «Έπρεπε να τα βάζουμε στον ήλιο κάθε μέρα να στεγνώνουν, τα σαπουνώναμε, τα μπαλώναμε. Δεν είχαμε περισσότερα από 500 μέτρα, μας έφταναν όμως γιατί υπήρχαν ψάρια. Αλλά έπρεπε να ασχολείται ολόκληρη η οικογένεια να έχεις πάντα καθαρό δίχτυ».
Η οικογένεια είχε μεγαλώσει όμως πολύ και τον «Βασίλειο» τον παίρνουν τα αδέρφια του Γιάννη ενώ αυτός παίρνει ένα άλλο, τον «Τάσο» από τον Γιάννη Βεκρή από την Αιγιάλη το οποίο είχε μια μικρή μηχανή, ένα «Αξελουδάκι, ίσα – ίσα να μη τραβάς κουπιά» λέει. Στον «Τάσο» μπαίνουν τώρα όλα τα παιδιά του Γιάννη Ψιακή, και κοντά στους μεγαλύτερους τον Βασίλη και τον Νικόλα, μαθαίνουν τη θάλασσα και την ψαρωσύνη, οι μικρότεροι Αντώνης και Νικήτας.
Το 1953 τα πράγματα αλλάζουν, ο Νικόλας πηγαίνει να υπηρετήσει τη θητεία του στο Πολεμικό Ναυτικό -δυο χρόνια τα έβγαλε στο αντιτορπιλικό «Δόξα»- και σαν απολύθηκε μπάρκαρε στα γκαζάδικα και έκανε δυο χρόνια στον «Αντάρη» του Κουλουκουντή. Καθώς ο αδερφός του ο Βασίλης πάλι είχε μπαρκάρει κι αυτός, ο πατέρας τους δεν ασχολείται πια με το ψάρεμα και ο «Τάσος» γέρασε, διαλύθηκε.

Τα ταξίδια όμως για το Νικόλα δεν κράτησαν παρά μόνο δυο χρόνια και όταν ξεμπάρκαρε, είχε φροντίσει να βρεί έτοιμο ένα ωραίο καίκι 11 μέτρων που είχε παραγγείλει στη Σύρα που ονόμασε «Κατερίνα» και το οποίο είχε μηχανή «Παπαθανάση» 20 ίππων και για πρώτη φορά στο αμπάρι του, ψυγείο. Το Σεπτέμβριο του 1960 το ρίχνει στη θάλασσα και το φέρνει στην Αμοργό όπου το θαυμάζουν όλοι. Με όλα του η «Κατερίνα» του στοίχισε 35.000 χιλιάδες τότε
Στο καινούργιο σκάφος ο Νικόλας παίρνει τον πατέρα του για βοήθεια, ίσα – ίσα να του κρατάει το τιμόνι, καμιά φορά έπαιρνε και τον αδερφό του Νικόλα να τον βοηθάει, έπαιρνε όποιον έβρισκε. Τότε κάνουν την εμφάνισή τους τα πλαστικά δίχτυα, τα οποία κατάργησαν τα σπάγγινα και ευκόλυναν τη ζωή του ψαρά. Παράλληλα, το ψυγείο του δίνει τη δυνατότητα να λείπει ημέρες από τα λιμάνι και έτσι αρχίζει να πηγαίνει πιο πέρα από τα μικρά νησιά γύρω από την Αμοργό και φτάνει μέχρι την Άνυδρο, ένα μέρος που εκείνο τον καιρό ήταν ο παράδεισος των ψαράδων. Τα ψάρια εκείνη την εποχή τα έστελνε στον Πειραιά, στον μεγαλομανάβη Λιόση, πρώτα με το «Μοσχάνθη» και κατόπιν το «Μιαούλη» αλλά ποτέ δεν έμεινε ευχαριστημένος, όλο και κάτι τους έκοβε από την ψαριά ο μανάβης.
Την ίδια εποχή όμως αρχίζει να αγοράζει και ο κόσμος στην Αμοργό ενώ οι τουρίστες που φθάνουν και στην Αμοργό και καταναλώνουν ψάρια, τον υποχρεώνουν να σταματήσει τις αποστολές στον Πειραιά. Σήμερα λέει, από την Αμοργό στέλνουν μόνο μαρίδα οι τράτες γιατί εκτός του ότι έχουν χαθεί τα ψάρια, δεν συμφέρει πλέον να στείλεις καλά ψάρια εξαιτίας των υψηλών ναύλων που ζητάνε τα πλοία.

Στο μεταξύ, το 1965 παντρεύεται την Ουρανία Γαβαλά και φτιάχνουν ένα μαγαζί στο Ξυλοκερατίδι που άκουγε στο όνομα του πεθερού «Γαβαλάς» και ήταν από τα πρώτα ανάλογα που άνοιξαν και εξυπηρετούσε τους τουρίστες με καλό ψάρι και άλλα φαγητά. Σήμερα η ταβέρνα είναι ανοιχτή όλο το χρόνο, αλλά το χειμώνα δεν φτιάχνει πολλά φαγητά. Τα ψάρια που διέθετε στο μαγαζί, τα ψάρευε πολλές φορές μαζί με τη γυναίκα του. «Κλείναμε μία, δύο ανάλογα και την έπαιρνα και φεύγαμε εκεί στα νησάκια και το πρωί γύριζαν με 2 – 3 τελάρα μελανούρια, κοκκάλια…» θυμάται.
Το «Κατερίνα» ο καπετάν Νικόλας το κρατάει μέχρι το 1985 οπότε το αποσύρει και παραγγέλνει στο ναυπηγείο του Τζανή στη Σύρο το «Γερονικόλα» με τον οποίον πηγαίνει ακόμα στο ψάρεμα. Με το ίδιο καίκι ψαρεύει και ο γιος του Γιάννης, αλλά καθώς αυτός βλέπει πως η θάλασσα δεν έχει πια προκοπή το έχει γυρίσει στα φορτηγά κι έτσι ασχολείται μόνος του αλλά δεν παει πια όπως παλιά στην Άνυδρο, ούτε παίρνει μαζί του την κυρά Ουρανία. Το πολύ να φτάσει μέχρι τη Γραμβούσα, στο νότιο άκρο, μοναχός του δεν απομακρύνεται πια από την Αμοργό.
Ο καπετάν Νικόλας που όλη του τη ζωή την πέρασε στη θάλασσα και από αυτή έζησε, άρχισε να βλέπει από χρόνια της δεκαετίας του ’80 τα ψάρια να λιγοστεύουν. Την τελευταία πενταετία λέει πως τα πράγματα έχουν χειροτερέψει πολύ και κάθε χρόνος που περνάει είναι ακόμη πιο χειρότερος για τους ψαράδες. «Δεν μπορούμε να δούμε τι φταίει. Αυτά που ρίχνουν στα θάλασσα σκοτώνουν τα ψάρια» λέει αλλά τονίζει πως «μας έχουν ρίξει ρίξει και τις φώκιες. Τις βλέπεις πλέον να πέφτουν πάνω στα δίχτυα και να τα ρημάζουν. Είναι καμιά 15αριά πια γύρω από την Αμοργό».

Στη μνήμη του καπετάν Νικόλα, υπάρχουν μεγάλες ψαριές, τέτοιες που δεν μπορεί να πιστέψει κανένας πως γίνονταν όπως ένα καίκι κολιοί που έπιασαν μέσα στο λιμάνι το 1967 και πολλά μεγάλα ψάρια και θαλασσινά τέρατα. Αυτό που θα θυμάται όμως για πάντα ήταν ένα τεράστιο σκυλόψαρο, 12 μέτρα μήκος που μπλέχτηκε το 1968 στα δίχτυα και έσκασε. Όταν το έβγαλαν επάνω και το πήγαν στο μώλο να το γδάρουν μαζεύτηκε ο κόσμος να το δει και έμοιαζε με επιστράτευση. Το κήτος το πέταξαν πάλι στη θάλασσα και το κεφάλι του το έστειλαν στην Αθήνα μήπως και πάρουν καμιά επιδότηση, αλλά που τέτοιο πράγμα. Μικρότερα όμως σκυλόψαρα όταν έπιανε τα πουλούσε, τα έτρωγε ο κόσμος, όπως έτρωγε άλλοστε και τα σελάχια.
Δυο φορές πάλι κόντεψε να τον πάρει στο βυθό η θάλασσα. Μια φορά στον τελευταίο κάβο της Αμοργού προς το νοτιά με το «Κατερίνα» και την άλλη κάτω από το Μοναστήρι με το ίδιο καίκι. Με τα καίκια του πάλι, πριν μπει στα δρομολόγια ο «Σκοπελίτης» ο καπετάν Νικόλας έκανε διάφορα δρομολόγια, πήγαινε όταν χρειάζονταν ανθρώπους στα γύρω νησιά, μετέφερε ζωντανά σε ερημονήσια, πήγαινε τον ταχυδρόμο στην Κάτω Μεριά.
Τα καλά χρόνια για τον καπετάν Νικόλα πέρασαν, οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν σιγά – σιγά, αλλά γι’ αυτόν υπάρχει ακόμα ο «Γερονικόλας» δεμένος πάντα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του. Κάθε πρωί πηγαίνει και τον καλημερίζει, σαλτάρει μετά στην κουβέρτα του, ασχολείται με ότι υπάρχει στο σκάφος, χαιδεύει το τιμόνι του, ελέγχει τη μηχανή, φροντίζει τα δίχτυα του και σαν το επιτρέπει ο καιρός σηκώνει άγκυρα. Στην επιστροφή, τον δένει πάλι στη θέση του, τον καληνυχτίζει και κλείνει ραντεβού μαζί του το επόμενο πρωί.


Τώρα που άδειασε η θάλασσα


Τι να το κάνεις το όμορφο καίκι όταν γυρίζει με άδεια δίχτυα; Παρ’ αυτά ο Γιάννης επιμένει και έτσι κρατά την παράδοση που ήθελε πάντα τους Ψιακήδες στη θάλασσα

Από τα αδέρφια του καπετάν Νικόλα Ψιακή, ο Νικήτας ήταν εκείνος που έμεινε μέχρι τέλος στη θάλασσα και ο γιός του Γιάννης, που φέρνει και το όνομα του παππού, συνεχίζει μέχρι σήμερα να ψαρεύει με το «Νικόλαος» σε μια θάλασσα που έχει αδειάσει πλέον από ψάρια.

Το «Νικόλαος», ένα ωραίο τρεχαντήρι 11,50 μέτρων, το είχε πάρει ο πατέρας του, σαν χώρισαν τα αδέρφια, το 1983 από τις Σπέτσες, μεταχειρισμένο από έναν καπετάνιο που ήταν στα γαριδάδικα και το είχε φτιάξει να πηγαίνει βόλτες. Το πήρε λοιπόν ο Νικήτας, το έκανε αλιευτικό και κράτησε το ίδιο όνομα. Έχει αλλάξει 3 φορές μηχανή και τώρα έχει Νταεγού. Όταν το πήρε είχε Μερσεντές θαλάσσης.
Με τον καπετάν Νικήτα στο τιμόνι του «Νικόλαου» ο Γιάννης μαθαίνει από παιδί τη θάλασσα και το ψάρεμα. «Τότε πηγαίναμε» λέει «για ψάρεμα στα νησιά γύρω – γύρω, τα ερημονήσια. Μάκαρες, Δονούσα, Άνυδρο την Αμοργό γύρω – γύρω. Τότε είχε ψάρι, με λίγα εργαλεία και λίγα έξοδα έβγαινε το μεροκάματο. Πάντα κάναμε καλές ψαριές σε ποσότητα. Θα τύχαινε μια ημέρα να έχει συναγρίδες, θα τύχαινε να έχει τονάκια, θα τύχαινε να έχει μελανούρια, σκορπίνες. Ο πατέρας ήξερε τον τόπο, τη θάλασσα και μου έδειξε πολλά πράγματα. Έτσι έμαθα, από τον παλιό ψαρά».
«Ο καπετάν Νικήτας» συνεχίζει ο Γιάννης να μιλά για τον πατέρα του, «ήταν από παιδάκι μέσα στη θάλασσα και η πείρα τον είχε κάνει ψαρά. Επειδή είχε πολλά ψάρια, τότε δεν χρειάζονταν να ξέρεις πολλά – πολλά. Όπου και να έβαζε τα δίχτυα τα γέμιζε. Υπήρχαν μέρη της θάλασσας που δεν πήγαινε δίχτυ γιατί δεν μπορούσε να μπει εκεί σκάφος. Τώρα, όλα δουλεύονται. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τόσα μηχανήματα, βυθόμετρα, πλότερ ώστε να ψάξει να βρει ένα μέρος βαθιά πολύ. Με τα σημάδια του βουνού πήγαινε. Έβλεπε το βουνό και πήγαινε».
Ο 30χρονος Γιάννης μεγάλωσε μέσα στο καίκι του πατέρα του και έβγαλε άδεια ψαρέματος μόλις πάτησε τα 16 χρόνια και από τότε είναι μονίμως μέσα στο «Νικόλαο». Από τότε δε που πέθανε ο καπετάν Νικήτας, το 2004, το πήρε στο όνομά του. Ο Γιάννης πρόλαβε τις μεγάλες ψαριές, όταν με λίγα μάλιστα εργαλεία οποιοδήποτε ψαράς είχε όρεξη για δουλειά μπορούσε να βγάλει αρκετά λεφτά. Τον ρωτήσαμε να μας πει τη διαφορά του σήμερα με 15 χρόνια πρίν. «Εκείνη την εποχή» λέει «βάζαμε με τον πατέρα 700 – 800 μέτρα δίχτυα και πιάναμε πέντε φορές πιο πολλά απ’ ότι πιάνουμε σήμερα με τρία χιλιόμετρα δίχτυα. Τα ψάρια έχουν ελαττωθεί μέχρι και 80% σε σύγκριση με τότε. Αυτό σημαίνει καταστροφή για το επάγγελμα που πλήττεται επίσης από τις αυξήσεις στα καύσιμα και στα υλικά, στους μισθούς των εργατών. Είναι ασύμφορο πλέον να βάλεις τη μηχανή μπροστά!».
Που οφείλεται όμως αυτή η κατάρρευση; Ο Γιάννης μας απαντά αμέσως: «Στα πολλά εργαλεία, στα οργανωμένα σκάφη, μηχανότρατες, ανεμότρατες και τα λοιπά. Ότι εργαλείο μπει στη θάλασσα είναι γενικά καταστροφή. Απλώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τα μέσα. Πώς να έβαζες δίχτυα πολλά αν δεν έχεις μηχάνημα να τα σηκώνεις. Από τότε που βγήκε το βίντσι, τα εργαλεία έγιναν πολλά. Βγήκαν τα βυθόμετρα. Δηλαδή η τεχνολογία είναι η καταστροφή της θάλασσας. Όλοι μας είμαστε υπαίτιοι. Όλοι μας. Δεν βάζω τον εαυτό μου απέξω. Κάθε ψαράς είναι υπεύθυνος γι’ αυτή την καταστροφή».
Πόσα χρόνια πόσα χρόνια υπολογίζεις πως μπορείς να ψαρέψεις ακόμα, τον ρωτάμε.
«Το θέμα είναι ότι δεν θα μπορούμε πια να ψαρέψουμε γιατί εφόσον τα έξοδα θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν, θα σταματήσουμε μονάχοι μας».


Ο καημός του παλιού χταποδά

Οι Ψιακήδες μπορεί να γεννήθηκαν μέσα στη θάλασσα, να όργωσαν τα κύματα και να έζησαν από τα ψάρια, δίπλα τους όμως στο Ξυλοκερατίδι είχαν γείτονες που με τον τρόπο τους έγραψαν και αυτοί τη δική τους στο ψάρεμα χωρίς ποτέ όμως να βγούνε με τη βάρκα τους έξω από τον κόλπο των Καταπόλων…

Ανάμεσα σε αυτούς είναι ο Γιώργος Μαύρος ο οποίος ναι μεν όλα του χρόνια δούλεψε σαν φούρναρης, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να είναι ο καλύτερος χταποδάς των Καταπόλων, τίτλο τον οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα και ως φαίνεται, κανένας δεν πρόκειται να του τον αφαιρέσει καθώς λιγόστεψαν πολύ και τα χταπόδια.
Η κουβέντα με τον Γιώργο Μαύρο, έγινε την ίδια ημέρα που μιλήσαμε με τον Νικόλα Ψιακή και ξεκίνησε σαν τον ρώτησα τι κάνει όρθιος δίπλα σε μια καλυμένη από πλαστικό βάρκα που ήτανξ βγαλμένη έξω από τη θάλασσα στο Ξυλοκερατίδι.
Μου απάντησε πως ήταν δική του, ο καινούργιος «Γεώργιος» που αντικατέστησε τον παλιό, σαν τον έκανε κομμάτια πριν από 4 - 5 χρόνια η θάλασσα και πως είναι σκεπασμένη επειδή για λόγους υγείας δεν μπορεί πλέον να ψαρέψει. Αρρώστησε ξαφνικά και δεν μπόρεσε να χαρεί ούτε μια βόλτα με αυτή τη ωραία βάρκα. Έτσι, το μόνο που του έμεινε πλέον είναι να βρίσκεται δίπλα της και να ταξιδεύει νοερά στη θάλασσα και βεβαίως να λέει ιστορίες από τα περασμένα χρόνια για τα χταπόδια.
Η αφήγησή του ξεκίνησε με μια αναφορά, στον πιο σπουδαίο απ’ αυτόν χταποδά της παλιάς εποχής, τον Νικήτα Πετρά που έγραψε ιστορία με το γυαλί, το καμάκι και τη σαλαγκιά. Όλοι οι χταποδάδες αυτόν είχαν σαν παράδειγμα και τις μεθόδους του ακολούθησε και ο Γιώργος και με ένα μικρό βαρκάκι που είχε αγοράσει, μετά από τον πόλεμο από τον Χρήστο Ναύτη, έφτασε να πιάνει μέχρι 10 οκάδες χταπόδια την ημέρα. «Τα χταπόδια έζησαν τον κόσμο στα χρόνια της Κατοχής» λέει «γιατί ήταν εύκολο να τα πιάσεις μέσα στον κόλπο και δεν ήθελε και τίποτα σπουδαία εργαλεία. Ένα καμάκι έβρισκες οπουδήποτε ενώ σαλαγκιές έφτιαχνε ο καθένας με απλό σύρμα. Πήγαινε ο κόσμος με ότι βαρκάκια έβρισκαν, γιατί όλα τα καίκια τα είχαν επιτάξει οι Ιταλοί και με καθετές ψάρευαν κανένα χάνο και με τις σαλαγκιές χταπόδια. Έτσι χόρταιναν και έζησαν. Μετά τον πόλεμο, σαν ησύχασαν τα πράγματα και αποκτήσαμε καίκια και βάρκες, πιάναμε περισσότερα, τα ξεραίναμε και τα στέλναμε για πούλημα στον Πειραιά. Έτσι έβγαινε και λίγο μεροκάματο».
Ο Γιώργος Μαύρος όταν ευκαιρούσε έπαιρνε τον «Γεώργιο», έκανε μια βόλτα μέσα στον όρμο και δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να γυρίσει χωρίς χταπόδι, ήξερε όλες τις μεριές που ήταν, όλα τα θολάμια αλλά σήμερα κι αυτός καταλαβαίνει πως στον κόλπο δεν υπάρχει χταπόδι ούτε για δείγμα κι έτσι αναπαύεται κάπως για την απαγόρευση που του έχουν επιβάλει οι γιατροί. Πως θα μπορούσε να γυρίσει αυτός ο μεγάλος χταποδάς με άδειο πλέον το καλάθι του;

Από την άλλη μεριά της θάλασσας

Άλλαξαν πολύ τα πράγματα τα τελευταία χρόνια στα ψαροκάικα τα οποία, από κάποια στιγμή και στο κατόπιν έπαψαν να λειτουργούν ως οικογενειακές επιχειρήσεις, όπως στην περίπτωση των Ψιακήδων και αναγκάστηκαν να πάρουν εργάτες και καθώς δεν εύρισκαν Έλληνες, σε αυτές τις θέσεις εργασία βρέθηκαν ξένοι, κυρίως Αιγύπτιοι.

Έτσι είναι και με τον Ουαλί Ιλ Σούσι, (1967), από το Ντομιάτι της Αιγύπτου που δουλεύει 12 χρόνια στις ελληνικές θάλασσες και έχει γνωρίσει όχι και λίγα καίκια και λιμάνια, από τη Σαλαμίνα που πρωτοήρθε, τη Θεσσαλονίκη, τα Κουφονήσια, άλλα νησιά και τελευταία στα Κατάπολα όπου ψαρεύει στις θάλασσες της Αμοργού με το καίκι «Δημήτριος» του καπετάν Γιάννη Σκοπελίτη, όταν βέβαια αυτός ευκαιρεί από τις υποχρεώσεις του θρυλικού «Σκοπελίτη» που εξυπηρετεί όλο το χρόνο τη συγκοινωνία από τη Νάξο στις Μικρές Κυκλάδες.
Ο Ουίλι κατάγεται από μεγάλη οικογένεια ψαράδων, ο παππούς του Μωχάμεντ μάλιστα είχε μαζί με τον αδερφό του, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 τη μεγαλύτερη ανεμότρατα στο Ντομιάτι, ήταν 16 μέτρα, την έλεγαν «Φιλφίλ» και όλοι οι ψαράδες περίμεναν πότε θα σαλπάρει πρώτος αυτος για να τον ακολουθήσουν. Τόσο βέβαιοι ήταν πως ο Μωχάμεντ θα έπεφτε πάνω σε μεγάλα κοπάδια από ψάρια.
Ο πατέρας του Ουαλί, Φαχντί δεν ακουλούσε το γέρο Μωχάμεντ που ζει ακόμα και φαντάζομαι θα έχει να πει, όπως και ο Νικόλας Ψιακής ένα σωρό ιστορίες για το ψάρεμα σε εκείνα τα νερά, και δούλεψε μέχρι που πέθανε στα μεγάλα καράβια. Ο Ουαλί που πήγε να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση, τα βρήκε δύσκολα στην πατρίδα του και αναγκάστηκε να αναζητήσει μεροκάματο στην Ελλάδα. Η διαφορά γι’ αυτόν είναι ότι στην Αίγυπτο οι ψαράδες δουλεύουν με μερτικό στην ψαριά ενώ στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από την ψαριά, παίρνουν μισθό ο οποίος όπως και να έχει είναι καλύτερος από την Αίγυπτο και κατά συνέπεια έχει μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη.
Έτσι έρχεται κάθε χρόνο στην Ελλάδα, μένει πέντε – έξι μήνες αναλόγως και επιστρέφει στο Ντομιάτι, οπου βρίσκεται η γυναίκα του Ράντα και τα δυο παιδιά τους, μένει λίγο μαζί τους και ξαναγυρίζει για μεροκάματο. Οι ειδήσεις όμως που φέρνει σχετικά με τα ψάρια, είναι το ίδιο απογοητευτικές. Κι εκεί τα ψάρια έχουν λιγοστέψει κατά πολύ και οι αιγύπτιοι ψαράδες δυσκολεύονται πολύ. Έτσι λοιπόν, δια στόματος Ουαλί μαθαίνουν και οι ντόπιοι πως το κακό δεν υπάρχει μόνο στις ελληνικές θάλασσες, αλλά σε όλη σχεδόν τη Μεσόγειο.

ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΙΚΟΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ...


Οι βάρκες που έχουν φτερά και πόδια

Στις προηγούμενες αράδες γνωρίσατε μέσα από αφηγήσεις ανθρώπων που ζουν στα Κατάπολα το λιμάνι και κάποιες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας του. Δεν είδατε όμως πουθενά δυο λόγια για τη μεγάλη παρέα από τις πολύχρωμες πάπιες που ζουν σε μια φωλιά κάτω από τα αρμυρίκια και αποτελούν τη πιο απρόοπτη και χαρούμενη συντροφιά του λιμανιού όλο το χρόνο. Όχι βέβαια γιατί δεν τις δίνουν σημασία οι Καταπολιανοί ή δεν τις υπολογίζουν. Όλοι ευτυχώς θεωρούν αυτονόητο πως οι πάπιες του λιμανιού είναι το ίδιο γνωστές με τον «Σκοπελίτη», για παράδειγμα.
Πράγματι αυτά τα συμπαθή πουλιά ζουν εκεί όλο το χρόνο και μόνο σαν λυσσομανά η θάλασσα δεν κολυμπάνε δίπλα από τα αραγμένα σκάφη και δεν ψάχνουν να βρουν τροφή μέσα στα νερά. Ιδιαίτερα όταν δεν έχει καθόλου κύμα, τότε αρμενίζουν σαν πραγματικές βάρκες βαθιά μέσα στον κόλπο και καμαρώνουν σαν μικρός στόλος που κάνει παρέλαση μπροστά στην προκυμαία. Στην ουσία, σε αντίθεση με τις βάρκες αυτές ούτε καν τις ενδιαφέρει ο καιρός γιατί μόλις δουν τη θάλασσα να αγριεύει το παίρνουν στα πόδια και όπου φύγει – φύγει, χώνονται στη φωλιά τους. Ενώ οι βάρκες που δεν έχουν πόδια να περπατήσουν, υπομένουν δεμένες στο σχοινί τους και πολλές φορές το ξέσπασμα του καιρού αποβαίνει γι’ αυτές μοιραίο. Τότε είναι η μόνη στιγμή που οι βάρκες ζηλεύουν τις πάπιες που δεν μπορούν να τις ακολουθήσουν έξω από τον κόλπο γιατί τα μικρά ποδαράκια τους δεν αντέχουν σε τέτοιες αποστάσεις.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ, ΣΤΟ ΑΒΑΤΟ ΤΗΣ ΑΜΟΡΓΟΥ


ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΣΤΟ FACEBOOK: ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ



Τις ημέρες που ο ήλιος αισθητά γέρνει προς το φθινοπωρινό ηλιοστάσιο και ο καιρός με ευδιάκριτα πλέον φαινόμενα συνηγορεί στην αίσθηση ότι πλησιάζει το τέλος του καλοκαιριού, έναν ιδιαίτερο σταθμό για τη ζωή των ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου αποτελούσε πάντα και συνεχίζει να αποτελεί μέχρι σήμερα σε ορισμένα σημεία όπου η ιθαγένεια έχει ακόμη δυνάμεις και ανθίσταται, το αγροτικό πανηγύρι του Σταυρού στις 14 του Σεπτεμβρίου (Τρυγητή), που μέσα στον αρχέγονο λατρευτικό χαρακτήρα του εξέφραζε με κάποιους λησμονημένους παλαιούς κωδικούς την αποτίμηση της συγκομιδής και αναλόγως, έδινε θάρρος ή μοίραζε απελπισία σε όποιον με τον ετήσιο μόχθο του είχε επενδύσει στο χωράφι ή το κοπάδι…

Για κάποιες κοινωνίες ανθρώπων, ιδίως αυτών που ξεκαλοκαίριαζαν στις ορεινές εξοχές της Αμοργού -στο σκληρό βουνό Κρίκελος στο νότιο τμήμα του νησιού και στο απόκοσμο, βαραθρώδες και απάτητο σε πολλά σημεία του ακρωτήριο Ξόδωτος, το οποίο σαν τεράστιο απολιθωμένο καράβι μοιάζει να έχει ρίξει άγκυρα στην ταραγμένη θάλασσα- κοντά στα λιτοδίαιτα κοπάδια τους, το πανηγύρι του Σταυρού γι’ αυτούς σήμαινε επίσης και την απαρχή της επιστροφής στη θαλπωρή των ήμερων χωριών της Αιγιάλης (Λαγκάδα, Θολάρια, Ποταμός) για ξεχειμώνιασμα. Το γεγονός συνδυάζονταν πάντα με μια αποχαιρετιστήρια γιορτή σε ένα σημείο όπου κατά τους απώτατους χρόνους πιθανόν να υπήρχε αρχαίο ιερό και στις ημέρες μας, εκεί, μέσα στο απόλυτο τεφρό τοπίο, λάμπει με το κατάλευκο σώμα του, το ανεμοδαρμένο εκκλησάκι του Σταυρού που έδωσε και το όνομά του σε όλη την περιοχή.
Το εκκλησάκι, το οποίο είναι το μόνο έργο που μαζί με κάποιες πέτρινες μάντρες που ρέπουν προς την οριστική διάλυση θυμίζουν το πέρασμα των ανθρώπων από αυτή την περιοχή, κανείς δεν θυμάται πότε ιδρύθηκε. Η μόνη βεβαιότητα την οποία συντηρεί η τοπική παράδοση είναι ότι κτίστηκε χάρη ενός θαύματος το οποίο εν περιλήψει αναφέρει πως ένας μοναχός από το βυζαντινό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, (9ος μ.Χ. αιώνας) ο οποίος πιθανώς βοσκούσε εκεί ένα κοπάδι κατσίκια, ξάπλωσε κάποτε σε κάποια βράχια κοντά στο πηγάδι και χωρίς να το καταλάβει, ένας σταυρός αποτυπώθηκε στο πανωφόρι του. Όταν επέστρεψε στο μοναστήρι, οι άλλοι μοναχοί είδαν το αποτύπωμα και εντυπωσιάστηκαν. Το γεγονός που επαναλήφθηκε αρκετές φορές τους έβαλε σε σκέψεις και αναζητώντας το αίτιον αυτού του φαινομένου, ανακάλυψαν έναν ξύλινο σταυρό σε μια σχισμή των βράχων πάνω στα οποία ξάπλωνε ο φορέας της θεοσημίας και τον πήραν στο μοναστήρι. Ο σταυρός όμως δεν συμμερίστηκε αυτή την εξέλιξη και «πέταξε» πάλι προς το βουνό. Οι μοναχοί επέμεναν, αλλά ο σταυρός επ’ ουδενί λόγω ήθελε να μείνει στο τέμπλο του καθολικού του Θεολόγου. Έτσι, λέει η παράδοση, αναγκάστηκαν να χτίσουν το εκκλησάκι το οποίο, όπως και η ιστορία δηλώνει, αφιερώθηκε στην ημέρα της εύρεσης του τιμίου Σταυρού από την μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Σημειώνουμε πως αυτός ο ξύλινος σταυρός, επενδεδυμένος με ασήμι βρίσκεται στο μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας.

Ο Σταυρός του Κρίκελλου μπορεί να μην είναι το υψηλότερο εξωκκλήσι του νησιού, αποτελεί όμως ένα ιδιαίτερο γεωγραφικό σημείο στο αιχμηρό σώμα της Αμοργού και το πανηγυράκι που γίνεται εκεί την παραμονή της ετήσιας εορτής, εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία το καθιστούν το νήμα που συνδέει το ιθαγενές παρελθόν του νησιού με το δυσανάγνωστο σήμερα και η συμμετοχή σε αυτό αποτελεί κατά κάποιον τρόπο, πρόκριμα λόγου και στάσης για όσους προσπαθούν να διαβάσουν χωρίς παραμορφωτικά γιαλιά, την πορεία που έχει πάρει η μικρή τους πατρίδα.
Επί του προκειμένου, το μονοπάτι που οδηγεί από τον όρμο της Αιγιάλης (Γιάλης) ή από τα μοναδικά χωριά ως τον Άγιο Ιωάννη Θεολόγο κι απ’ εκεί σέρνεται σαν σκονισμένο φίδι πάνω από τους τρομερούς γκρεμούς ως τον αυχένα του Σταυρού είναι το αρχαίο νήμα που συνδέει ένα λαμπρό κτηνοτροφικό παρελθόν με το θορυβώδες τουριστικό σήμερα και για ορισμένους, το «περπάτημα» δηλώνει την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει ο τουρισμός στην Αμοργό πιέζεται ασφυκτικά από την κατανάλωση του καλοκαιριού που επιβάλλουν η τουριστική αγορά και οι συνήθειες των ανθρώπων.
Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, καθώς στο σύνολο των πανηγυριστών, δυο κατηγορίες μπορούμε να ξεχωρίσουμε, τους ντόπιους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνδέονται με την περιοχή του Σταυρού και τους πολλούς ομολογουμένως ξένους που αγαπούν την Αμοργό γιατί στο μεγαλύτερο τμήμα της το φυσικό περιβάλλον παραμένει όπως το έχει διαμορφώσει ο χρόνος και το έπλασαν οι άνθρωποι με τα χέρια τους και τα πόδια τους. Στην περίπτωση, το μονοπάτι το έχουν χαράξει τα γυμνά πόδια των ανθρώπων από την αυγή της ιστορίας σίγουρα και οι οπλές των ζώων που βοσκούσαν στον Κρίκελο και αποτελεί το βασικό σημείο πρόσβασης στο Σταυρό. Υπάρχει και ένα άλλο μονοπάτι που ξεκινά από τη Λαγκάδα, ανεβαίνει στην κορυφή του Μαχού, περνάει δίπλα από μια μελαγχολική σειρά διαλυμένων ανεμόμυλων και αφού διαβεί την κορυφή Χωραφάκια καταλήγει στον Σταυρό. Λίγοι είναι όμως αυτοί που προτιμούν αυτό επειδή δεν προσφέρει τις συγκινήσεις εκείνου που διαβαίνει μέσα σπό τους γκρεμούς που τα θεμέλιά τους δέρνει η διαρκώς θυμωμένη θάλασσα. Για τον ίδιο λόγο το ακολουθήσαμε κι εμείς συμμετέχοντας σε μια παρέα πανηγυριστών και το περπατήσαμε με κομμένη ομολογουμένως ανάσα για να πάμε στο πανηγύρι. Αυτή είναι και η συνηθισμένη διαδρομή που ακολουθούν όσοι θέλουν να ανέβουν μέχρι εκεί, είτε μόνοι τους είτε με κάποιον ντόπιο για συνοδό.

Η διαδρομή προς τον Σταυρό ξεκινάει από τη Λόζα, την όμορφη πλατεία της Λαγκάδας και η αρχή της είναι ένα τσιμεντοστρωμένο πλατύ μονοπάτι που προχωρά μέχρι τη διακλάδωση που οδηγεί στην Παναγιά την Πανωχωριανή και προχωρά προς την Πορτάρα, σημείο που υπονοεί κατά κάποιο τρόπο την είσοδο του επισκέπτη στον κόσμο του Κρίκελλου, έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από τον όρμο της Αιγιάλης και για τους ντόπιους δηλώνει το αγροτοποιμενικό παρελθόν του τόπου.
Μετά την Πορτάρα, τα σημεία που διαβαίνει το μονοπάτι καλούνται Σκαράλωνα, Σεριανό, Λάκα, στου Γράμπαμπα, το λεγόμενο, Ασκούνταυλος, Ξερόλακκος και τα οποία κατά τη δεύτερη ανάγνωσή τους έχουν πολλά να δηλώσουν για την ιστορία της Λαγκάδας, προχωρά δίπλα από παρατημένα χωράφια στα οποία θεριεύουν πλέον τα σκίνα, οι αγκαθωτοί θάμνοι και οι αστοιβές και καταλήγει στην Αγία Βαρβάρα, ένα αχρονολόγητο εκκλησάκι δίπλα σε μια μεγάλη υπόγεια δεξαμενή που λειτουργεί ακόμα. Ακολουθεί η περιοχή Χοιροκουμάς η οποία ονομάστηκε έτσι από την εκτροφή των χοίρων και ως τοπωνύμιο αντηχεί την εποχή του μεγάλου δάσους με τις βελανιδιές που ο πολύτιμος καρπός τους ήταν η βασική τροφή των χοίρων. Αυτό το δάσος, που ήταν από τα πιο παλαιά και σπουδαία των Κυκλάδων κάηκε το 1835 και λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν στο νησί, ποτέ δεν κατάφερε να αναγεννηθεί.
Στο τέλος αυτής της διαδρομής η οποία δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία, αμέσως μετά από ένα μικρό συγκρότημα αγροικιών, ένα μονοπάτι με αριστερή κατεύθυνση οδηγεί στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου ενώ προς τα δεξιά, σύριζα σχεδόν με ένα από τους ψηλότερους τοίχους της Αμοργού που περικλείει ένα μεγάλο κτήμα που βόσκουν κατσίκια, το μονοπάτι κλιμακωτά ανεβαίνει την δασωμένη πλαγιά και σε ένα σημείο, σε αριστερή κατεύθυνση γίνεται ομαλό και από το ύψος του βαδίζει παράλληλα σε ένα μικρό δασωμένο οροπέδιο, τα λεγόμενα Καμπιά, όπου ανάμεσα στα πυκνά δέντρα διακρίνονται τα λείψανα πολλών αγροικιών. Εκεί κάποτε καλλιεργούσαν σιτηρά και είχαν αμπέλια, συκιές και μελισσομάντρια πολλοί Λαγκαδιανοί και Θολαριανοί.

Το μονοπάτι διασχίζει ομαλά μια περιοχή στα πετρώματα της οποίας κυριαρχούν τα γκριζοκόκκινα χρώματα και καλείται Χαλκό Χώμα. Το τοπωνύμιο απηχεί την εποχή που οι άνθρωποι συνέλεγαν χαλκό ή βωξίτη. Πιθανόν να υπήρχε κι εκεί ένα κοίτασμα μεταλλευμάτων, σαν αυτό που εκμεταλλεύονταν μέχρι το 1939 στην πλαγιά κάτω από το Σταυρό η οποία καλείται Μεταλλεία και να εξαντλήθηκε σε άγνωστους για όλους χρόνους.
Ακολουθεί ένα σημείο που καλείται Ξύλινος Σταυρός και το χαρακτηρίζουν δυό βράχοι ο ένας απέναντι στον άλλο. Εκεί το μονοπάτι αρχίζει να στενεύει και τέλος γίνεται ένα σύρμα που μόνο ένας άνθρωπος μπορεί να το βαδίσει και με μια ελαφρά κλίση αρχίζει να ανεβαίνει την ιδιαίτερα απότομη πλαγιά Λιθακιές. Πάνω από τα βήματα του περιπατητή αιωρούνται μέχρι τα σύννεφα οι κοφτοί βράχοι ενώ κάτω από τα πόδια του χάσκουν ιλιγγιώδεις γκρεμοί ύψους 700 μέτρων. Ούτε καν ακούγεται από εκεί ψηλά η θάλασσα, την κίνησή της την καταλαβαίνεις μόνο από το πηχτό στρώμα των αφρών που σιωπηλά σαλεύει στα ριζά των θεόρατων βράχων και την αλισάχνη που καλύπτει σαν ομίχλη τα κύματα. Τίποτα δεν ακούγεται στην διαδρομή, ούτε η ανάσα της παρέας από τον φόβο και το δέος που υποβάλει η απόκοσμη αυτή πλαγιά του Κρίκελλου.
Δεν νομίζω πως υπάρχει άλλη τόσο απότομη περιοχή στην Αμοργό, απότομη συνάμα και προκλητική για όλες τις αισθήσεις η οποία βάζει σε ετοιμότητα όλες τις δυνάμεις καθώς και ο παραμικρός θόρυβος μπορεί να σημαίνει την κατρακύλα ενός βράχου και μια τέτοια περίπτωση μπορεί να κρύβει πολλούς κινδύνους. Ευτυχώς όμως, η περιοχή είναι τόσο δύσβατη που ούτε τα κατσίκια δεν την πατάνε. Ο μόνος θόρυβος που ταράζει την απόκοσμη ησυχία είναι οι στριγγλιές από τα λογής αρπακτικά που φωλιάζουν στις εσοχές των βράχων τα οποία με το μάτι τους ορίζουν το βασίλειο τους και φυσικά ενοχλούνται από την παρουσία πολλών ανθρώπων στην αδιαμφισβήτητη επικράτειά τους.

Ακολουθώντας το πλατύ κοίλον της πλαγιάς το μονοπάτι και αφού κάνει δυο δύσκολα κάγκελα, καταλήγει στη μέση ενός κοφτού βράχου και αρχίζει να κατηφορίζει. Εκεί λέγεται του Γαμπρού το Πέρασμα, όχι βέβαια γιατί από εκεί έπεσε ένας γαμπρός, όπως συνηθίζεται να λέγεται και σε άλλες περιοχές, αλλά γιατί κάποτε πέρασε όντως κάποιος γαμπρός με τη νύφη και έκαναν στον Κρίκελο το γαμήλιο ταξίδι τους! Πότε έγινε αυτό, κανένας δεν γνωρίζει. Το ιδιαίτερο γεγονός, σχολιάζει με χαριτωμένο τρόπο τη σκληρή ζωή που έκαναν τα παλιά χρόνια οι τσοπάνηδες στον Κρίκελο.
Οι δυσκολίες του μονοπατιού σταματούν στον αυχένα που λέγεται Δέμα και από εκεί πλέον αρχίζει το μικρό οροπέδιο του Σταυρού. Στο Δέμα, δίπλα στο μονοπάτι διακρίνονται τα λείψανα μιας πέτρινης εγκατάστασης που λειτουργούσε σαν φράχτης που εμπόδιζε για κάποιους μήνες την έξοδο των ζώων από τον Σταυρό για να καταστρέφουν τις καλλιέργειες στα Καμπιά, ακόμα και στα Θολάρια έφταναν οι πεινασμένοι τετράποδοι δαίμονες και ξύριζαν κυριολεκτικά κάθε πράσινο φυλλαράκι που έβρισκαν μπροστά τους
Η διαδρομή από τον Θεολόγο ως τον Σταυρό λειτουργεί ως μνήμη για τους ντόπιους ενώ όσον αφορά τους ξένους –εδώ δεν ισχύει ο χαρακτηρισμός τουρίστας- γιατί η Αμοργός έχει μια ιδιαίτερη κατηγορία πιστών επισκεπτών όλους τους μήνες του χρόνου που την αγαπούν γι’ αυτό που είναι και ιδιαίτερα στην πλευρά της που δεν έχει τραυματιστεί από καμία τεχνική παρέμβαση ή έχει οικοδομηθεί με πρόχειρα κτίρια. Οι ξένοι ανεβαίνουν στο Σταυρό, όχι πάντα κινούμενοι από ευλάβεια ή τη γνωριμία με ένα δρώμενο, όπως βλέπουν συνήθως τα άλλα πανηγύρια και ορμούν να διασκεδάσουν έχοντας μια λαθεμένη αντίληψη για τη συμμετοχή αλλά ως ένα κομμάτι της αγάπης που μοιράζονται με τους ντόπιους για τον τόπο.

Το κατάλευκο εκκλησάκι του Σταυρού το οποίο ακολουθεί την απλή νησιώτικη αρχιτεκτονική είναι χτισμένο κοντά στο μοναδικό πηγάδι της περιοχής, δίπλα από ένα μεγάλο βράχο που το προφυλάσει από τους δυνατούς αέρηδες. Τον ίδιο ρόλο παίζουν και οι ψηλοί πέτρινοι τοίχοι που το περιβάλλουν. Δίπλα του υπάρχει ένα παρατημένο κτίσμα, όπου παλαιότερα κατοικούσαν οι τσοπάνηδες ενώ σε κοντινή απόσταση, σε ένα ανοιχτό κοίλωμα της πλαγιάς, βρίσκεται το πανηγυρόσπιτο και το καπνισμένο μαγερείο όπου ετοιμάζουν το φαγητό που θα μοιράσουν μετά τον εσπερινό και η θολωτή σάλα με τα τσιμεντένια τραπέζια. Δίπλα πάλι στο πανηγυρόσπιτο, ένα δαιδαλώδες σύμπλεγμα από άσκεπα μαντριά και άδειες αποθήκες συμπληρώνει και υποννοεί τη χρήση του από τους τσοπάνηδες του παλαιού καιρού.
Αν δεν ανέβει κάποιος μέχρι εκεί πάνω, δύσκολα μπορεί να καταλάβει το τεφρό, καψαλισμένο από τον ήλιο και γδαρμένο από τον αέρα τοπίο που δυτικά ορίζεται από την ψηλή κορυφή του Κρίκελου Χωραφάκια και νότια από την κορυφή Πραματευτής. Στο μικρό οροπέδιο που είναι ανάμεσα στις δυο κορυφές, δεν υπάρχει ούτε ένα δέντρο για να δημιουργεί σκιά, ούτε ένα σημάδι από ανθρώπινη δραστηριότητα. Ανατολικά το μικρό οροπέδιο τελειώνει πάνω από την απόκρυμνη πλαγιά που λέγεται Μεταλλεία ενώ βόρεια μια τρομακτική ορθοπλαγιά ύψους άνω των 700 μέτρων το συνορεύει με το πέλαγος.
Όλος ο τόπος μοιάζει να οδεύει προς μια νέα παρθενία, καθώς δεν βοσκιέται από κανένα ζωντανό και οι αρχέγονες δυνάμεις της κυκλαδικής φύσης έχουν αφεθεί ελεύθερες να παλεύουν με τον ήλιο και τον άνεμο. Αν δεν υπάρξει καμιά παρέμβαση από τον άνθρωπο, νομίζω ότι κάποτε η χαμηλή βλάστηση που έρπει σήμερα ανάμεσα στις σκληρές πέτρες, θα υψωθεί και θα δημιουργήσει πάλι ένα δάσος όπως αυτό που κάηκε πριν από πολλά χρόνια. Βλέποντας μόνο τον αέρα να περιδιαβαίνει ανάμεσα στα λιθάρια και τα κοντά σχίνα, σκέφτεσαι πως κάπως έτσι θα ήταν οι πρώτοι αιώνες μετά την ανάδυση της Αμοργού από την Τηθύ, την αρχαία θάλασσα που ήταν η μήτρα των Κυκλάδων και του Αιγαίου. Το βλέπεις αλλά δεν μπορείς να μετρήσεις την υπομονή που έχουν τα δέντρα μέχρι να οργανώσουν ένα καινούργιο τοπίο. H μόνη παραφωνία μέσα σε αυτό το απόλυτο τοπίο, είναι οι σκουριασμένες σωλήνες που παράτησε μια μεταλλευτική εταιρεία που προσπάθησε να αναστήσει τα μεταλλεία και για να απομακρυνθούν, χρειάζεται η επιστράτευση ελικοπτέρου.

Κι όμως σε αυτό τον αφιλόξενο τόπο, τα παλαιότερα χρόνια οι Γιαλίτες διατηρούσαν τα μεγαλύτερα κοπάδια του νησιού. Απέναντι ακριβώς από το Σταυρό υψώνεται η στρογγυλή κορυφή Πραγματευτής, η ανάβαση της οποίας δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες και όποιος την «πατήσει» μπορεί να δει σε όλο σχεδόν το μήκος του το ακρωτήριο του Ξόδωτου που στεφανώνει η άγρια κορυφή Πάπας. Αυτό το άγριο, γυμνό τοπίο όχι πριν από πολλά χρόνια ήταν ένα ιδιαίτερο σημείο όπου έβοσκαν τα κοπάδια ορισμένων Θολαριατών που νέμονταν τον τόπο. Σε κάποιο επίσης σημείο του Ξόδωτου υπάρχει ακόμη το υπόλοιπο του αρχαίου δάσους από βελανιδιές και φίδες που σκέπαζε ολόκληρο τον Κρίκελο είναι εξαιρετικά δύσκολο όμως να πλησιάσει κάποιος αυτό το σημείο και γενικά είναι δύσκολη η πρόσβαση σε πολλά σημεία του Ξόδωτου και απαιτεί ικανότητες και εξοπλισμό ορειβάτη.
Από αυτό το δάσος έπαιρναν παλαιότερα ξύλα για την παρασκευή του φαγητού που ετοιμάζουν οι μάγειρες για το πανηγύρι. Τώρα που δεν υπάρχουν ξύλα, τα φέρνουν από το Θεολόγο με γαιδούρια τα οποία στην επιστροφή, από εκεί που ημερεύει το τοπίο και κάτω υποχρεώνονται να σηκώσουν στην πλάτη τους κάποιον ανήμπορο ή συνήθως παιδιά.
Το πανηγύρι του Σταυρού είναι η αφορμή να γνωρίσει κάποιος αυτόν τον μοναδικό τόπο. Πολλοί είναι εκείνοι που μαζί με τους ανθρώπους που θα προετοιμάσουν το πανηγύρι ανηφορίζουν στο Σταυρό την προηγούμενη ημέρα, κοιμούνται στα χαλάσματα των αγροικιών και νωρίς – νωρίς το πρωί δοκιμάζουν να περπατήσουν στο Ξόδωτο, ορισμένοι τολμηροί καταφέρνουν μάλιστα να φθάσουν μέχρι το παλαιό δάσος με τις φίδες και επιστρέφουν γύρω στο μεσημέρι να προλάβουν τον εσπερινό και να γευτούν το φαγητό. Η περίπτωση αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία για κάποιον που θέλει να γνωρίσει τον τόπο παρέα με αυτούς τους ανθρώπους που στην πλειοψηφία τους είναι ντόπιοι και ξέρουν καλά τις διαδρομές.

Ο εσπερινός ακολουθεί το γνωστό τυπικό της εκκλησίας. Ο παπά Κώστας Νομικός, ιερέας στην ενορία της Λαγκάδας, θα περάσει πρώτα από το μαγειρείο με μια εικόνα και ευλογήσει το φαγητό, κρέας με ρύζι, που με ιδιαίτερη επιμέλεια ετοιμάζουν οι «υπηρέτες», υπό την καθοδήγηση του αειθαλούς Ηλία Βεκρή, που συμπληρώνει φέτος 30 χρόνια υπηρεσίας στο πανηγύρι του Σταυρού, του Μιχάλη Βεκρή και των άλλων εθελοντών, αρχίζει τον μεσημεριάτικο εσπερινό. Στο εκκλησάκι δεν χωράνε όλοι, ίσα – ίσα ο παπάς στο μικροσκοπικό ιερό και λίγοι πανηγυριστές ντυμένοι σεμνά. Οι περισσότεροι στέκονται στον περίβολο κάτω από τον ασβεστωμένο ψηλό τοίχο. Όσοι δεν χωρούν στριμώχνονται στα ριζά του τοίχου σαν μέλισσες σε κηρήθρα.
Κάτι που πρέπει να προσέξουν όσοι θελήσουν να παρακολουθήσουν τον εσπερινό, είναι το ντύσιμό τους γιατί ο παπα Κώστας είναι ιδιαίτερα αυστηρός σε αυτό το ζήτημα. Ούτε με παντελόνια δεν επιτρέπει στις γυναίκες να μπούνε στο εκκλησάκι γι’ αυτό πολλές είναι αυτές που παίρνουν μαζί τους μια φούστα να σκεπάσουν τα πόδια τους. Αμέσως μετά το πέρας του εσπερινού, τα κορίτσια της Γιάλης μοιράζουν γλυκά και ακολουθεί το φαγητό. Το φαγητό, βεβαίως δεν είναι ο σκοπός του πανηγυριού, ως κατάλοιπο όμως μιας άλλης αρχαίας τελετής, σφραγίζει τη γιορτή και δηλώνει την προσφορά. Όπως παλαιότερα τα σφάγια ήταν προσφορά των τσοπάνηδων που νέμονταν τον Σταυρό και το Ξόδωτο, έτσι περίπου γίνεται και σήμερα από κάποιους άλλους σύγχρονους κτηνοτρόφους και επειδή πάντα υπάρχει ο φόβος να μη φθάσει το φαγητό, οι επίτροποι φροντίζουν και προμηθεύονται επιπλέον κρέας από την αγορά.

Η στενότητα του χώρου υπαγορεύει και τον τρόπο διανομής και ανεξάρτητα από το πόσο φυσάει ή όχι, οι πανηγυριστές απαγκιάζουν στον τοίχο του μαγειρίου μέχρι νάρθει η σειρά τους να μπουν στο καπνισμένο καλύβι να πάρουν τη μερίδα τους και κατόπιν νάβρουν ένα βράχο να στρώσουν τραπέζι. Γι’ αυτό προσφέρεται κι ένα δαιδαλώδες σύμπλεγμα από ξεσκέπαστες καλύβες αλλά εκεί πρέπει να μοιράσει το χώρο με τα γαιδούρια.
Παλαιότερα, στα χρόνια που λειτουργούσε το μεταλλείο βωξίτη και απασχολούνταν σε αυτό και ξένοι εργάτες και τεχνικοί –ήταν και το χρήμα που κυλούσε- ανέβαιναν την παραμονή του Σταυρού και κάποιοι μουσικοί. Το ξένο όμως προς την Αμοργό στοιχείο, ως φορέας πιο ελαφρών αντιλήψεων για τη διασκέδαση και την επικοινωνία μεταξύ των φύλλων δημιούργησε προβλήματα και έτσι σταμάτησε το νυκτερινό γλεντοκόπι στα σπίτια γύρω από το Σταυρό. Για τη διακοπή του γλεντιού, υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, ιδάιτερα σεβαστή. Λέγεται πως σε μια τέτοια ευωχία προέκυψε ένας καυγάς και σε όλη τη διάρκειά του, οι ευλαβείς πανηγυριστές έβλεπαν το μεγάλο μανουάλι που ήταν στηριγμένο σε μια σταθερή βάση να κινείται πέρα – δώθε σαν εκρεμμές και σταμάτησε μόνο όταν ηρέμησαν τα πνεύματα και αποκαταστάθηκε η τάξη. Μέσω λοιπόν της κίνησης του μανουαλιού, το θείον δήλωσε την αντίθεσή τους στα όργανα κι έτσι εδώ και 60 περίπου χρόνια, το πανηγύρι γίνεται χωρίς μουσική και γλεντοκόπι δίπλα στη εκκλησία.
Όταν τελειώσει το φαγητό και οι υπηρέτες αναλαμβάνουν την καθαριότητα, οι πανηγυριώτες αρχίζουν να ετοιμάζονται για την καθοδό τους. Φορτώνουν στα γαιδούρια όσα πράγματα μπορούν και παίρνουν το δρόμο της επιστροφής κάπως βιαστικά γιατί, ήδη η ημέρα έχει μικρήνει αρκετά και άμα νυχτώσει το μονοπάτι είναι αδύνατο να περπατηθεί.
Ένας άλλος λόγος, που βιάζει τους πανηγυριώτες είναι η στάση που ακολουθεί στο ανακαινισμένο χωραφόσπιτο του Γιώργου Βασσάλου κοντά στον Θεολόγο, όπου εδώ και πενήντα χρόνια όσοι ανεβοκατεβαίνουν στο Σταυρό, βρίσκουν ένα ποτήρι δροσερό νερό να ξεδιψάσουν, σύκα και σταφύλια και οπωσδήποτε εξαιρετική διπλοψημένη ρακή. Στο ρόλο των οικοδεσποτών, ο Γιώργος, η μητέρα του Ειρήνη και οι αδελφοί του, κερδίζουν τις εντυπώσεις από ντόπιους και ξένους και ειλικρινά καμαρώνουν το μικρό πανηγυράκι που γίνεται στην αυλή τους. Γι’ αυτό όμως που καμαρώνει περισσότερο ο Γιώργος και μοιάζει σαν να είναι η στιγμή που περιμένει όλο το χρόνο, καθότι ένας από τους παραδοσιακούς μελισσοκόμους της Αμοργού, είναι το άνοιγμα μιας κηρήθρας και το μοίρασμά της στους πανηγυριώτες. Είναι πράγματι η στιγμή που όλη η ημέρα στάζει μέλι…



Στη σειρά δίπλα από τον τοίχο περιμένουν
να πάρουν όλοι το φαγητό

Μέλι και ρακή διπλοψημένη κερνάει
τους πανηγυριστές ο Γιώργος Βασάλος
.
.
.
.
Ένα τμήμα του κειμένου , δημοσιεύτηκε στο περιοδικό
της Ελευθεροτυπίας "Γεωτρόπιο", τον Σεπτέμβριο του 2006.
.
Δείτε και το σχετικό blog:
simadiatouaigaiou.wordpress.com