Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ

Μόλις που αρχίζει να πέφτει ο ήλιος αρχίζει ο μεγάλος εσπερινός στην Αγία Παρασκευή.
Το μεγάλο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά της Αμοργού αποτελεί τη μεγαλύτερη παραδοσιακή πανήγυρη σε όλη τη νησιωτική Ελλάδα και πίσω από την επιφάνεια των θρησκευτικών τελετών και των λαϊκών εκδηλώσεων, έχει να παρουσιάσει αρχέγονα στοιχεία γιορτής καθώς εκεί, τα πράγματα δεν έχουν ακόμη νοθευτεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επηρεάζουν τη συμπεριφορά. Ο χώρος επίσης για τη συγκέντρωση και την εξυπηρέτηση των πανηγυριστών είναι μεγάλος, ενώ, το καλοκαίρι και η φύση εκεί θυμίζουν ακόμη μια άλλη Ελλάδα, πιο απλή και εορταστική, μια χώρα που ξεχνιέται…

Η Αγία Παρασκευή στην άκρη του μικορύ κάμπου, όπως φαίνεται απότο χωριό Κολοφάνα.
Η περιοχή που είναι σήμερα η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά της Αμοργού, ήταν κάποτε ένα πυκνό ρουμάνι, με τεράστιους σχοίνους και μεγάλους θάμνους κι εκεί κοντά βοσκούσε το κοπάδι του ένας τσοπάνης. Έτσι θέλει η τοπική μυθολογία να θεωρεί τον τόπο όπου σήμερα λίγοι άνθρωποι επιμένουν να τον σκηνογραφούν ακόμα με μικρές καλλιέργειές και να τον ζωντανεύουν με τα λίγα ζώα τους. Σε αυτή λοιπόν την περιοχή που βρίσκεται πάνω από τον όμορφο όρμο Παραδείσια, βοσκούσε κάποτε ένας τσοπάνης. Μια λοιπόν από τις κατσίκες εκείνου του άγνωστου ανθρώπου, χάνονταν κάθε ημέρα και αυτός δεν καταλάβαινε που πήγαινε. Τον έτρωγε η περιέργεια, να μάθει που πηγαίνει η κατσίκα και έτσι κάποτε αποφάσισε και της έβαλε στο λαιμό ένα κουδουνάκι ώστε από τον ήχο να καταλάβει και την είδε να μπαίνει σε μια πυκνή συστάδα από μεγάλα σχοίνα. Την ακολούθησε και την βρήκε να αναχαράζει πάνω σε μια κρυμμένη από τα χόρτα πλάκα που έμοιαζε με αγία τράπεζα ανάμεσα πεσμένες πέτρες κάποιου οικοδομήματος που φαίνονταν πως ανήκαν σε εκκλησία.
Πόσες ώρες ψήθηκε μαζί με τα ψωμιά, ούτε που το λογαριάζει ο Λουκάς Λουδάρος.

Έτσι ικανοποιήθηκε η περιέργεια του τσοπάνη σχετικά με την απουσία της κατσίκας του αλλά όταν το ανακοίνωσε και σε άλλους βοσκούς, άρχισε τότε ο προβληματισμός σχετικά με τι ιερό ήταν εκεί, ποιος άραγε το είχε κτίσει και πότε, και φυσικά, σε ποια θεότητα ή άγιο μπορεί να ήταν αφιερωμένο. Από μόνοι τους οι τσοπάνηδες, δεν μπορούσαν να δώσουν καμιά εξήγηση, ούτε στη μνήμη των παλιών αναδεύονταν κάτι και γι’ αυτό αποφάσισαν να απευθυνθούν στον παπά της χώρας να τους βοηθήσει, όπως και έγινε. Ήρθε λοιπόν κάποιος παπάς, ο οποίος λόγω του κινδύνου από τους πειρατές που λυμαίνονταν τότε το αρχιπέλαγος έδρευε στην οχυρωμένη Χώρα και άρχισαν οι έρευνες κι εκεί που έσκαβαν βρέθηκε η εικόνα της Αγίας Παρασκευής. Αυτό ήταν! Παραμέρισαν τα ερείπια και έχτισαν ένα μεγαλύτερο εκκλησάκι από αυτό που φαίνονταν και άρχισαν να το λειτουργούν. Πότε έγιναν αυτά, κανείς δεν ξέρει. Η αρχική εκκλησία ανακαινίστηκε δυο – τρεις φορές και καθώς άρχισε να γίνεται γνωστή,  ξεκίνησε και πανηγύρι, μικρό στην αρχή αλλά σιγά – σιγά εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο πανηγύρι των νότιων Κυκλάδων και αυτό συνετέλεσε και η φήμη για τη θαυματουργή ικανότητα της εικόνας που γιατρεύει, λένε, τα μάτια. 

Ο Μανώλης Κωβαίος, ο μεγαλύτερος από όλους στην Κάτω Μεριά και ο αρχαιότερος επίτροπος είναι ο άνθρωπος πους έδωσε όλες τις πληροφορίες για το πανηγύρι και την περιοχή, για τους ανθρώπους που γνώρισε και τα γεγονότα που έζησε.
Πριν γίνουν οι δρόμοι και ο τουρισμός γίνει καλοκαιρινή μονοκαλλιέργεια σε όλα τα νησιά, έρχονταν κόσμος πολύς από την Αιγιάλη με ζώα, έρχονταν και από τα γύρω νησιά, και όλοι έρχονταν με τα χέρια γεμάτα προσφορές. Την μεγαλύτερη προσφορά έκαναν τα χωριά της Κάτω Μεριάς, που ήταν βεβαίως πιο κοντά, αλλά και οι προσφορές των άλλων δεν ήταν αμελητέες. Ο Μανώλης Κωβαίος, ο οποίος είναι επίτροπος στην Αγία Παρασκευή πάνω από 50 χρόνια, θυμάται να φέρνουν κριθάρι από τη Δονούσα, όπως και από τη Σχοινούσα η οποία φημίζονταν γι’ αυτό το προϊόν της. Έφερναν ακόμα ζωντανά από την Ηρακλειά, λάδι και κρασί από τη Νάξο, ότι δηλαδή είχε κάθε νησί, προσφορά στο πανηγύρι. Κυρίαρχο ρόλο όμως έπαιζαν και εξακολουθούν να παίζουν οι προσφορές σε ζωντανά ζώα, κάτι που αποτελεί και το αρχέτυπο του πανηγυριού και δηλώνει, όπως και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, ευθέως τον ποιμενικό του χαρακτήρα. Αρχετυπική μπορεί να θεωρηθεί και η συμμετοχή των ανθρώπων στο πανηγύρι, οι οποίοι «υπηρετούν» την αγία και καλούνται «υπηρέτες». Άνδρες και γυναίκες από όλη την Κάτω Μεριά, αλλά και την υπόλοιπη Αμοργό, αφήνουν μια μερικές ημέρες τις δουλειές τους και αναλαμβάνουν «υπηρεσία». Εβδομήντα άτομα ήταν πέρσι οι «υπηρέτες» του πανηγυριού και κάποιες στιγμές δεν προλάβαιναν τις δουλειές κι έτσι χρειάστηκε να επιστρατευτούν και άλλοι, ειδικά στο τραπέζι όπου έδωσαν το παρών τους πολλοί Κουφονησιώτες.
Ο Σταμάτης Σίμος με δυο από τις γυναίκες που δούλεψαν στο φούρνο
Πέρσι, (2005) όπως μας πληροφορεί ο Σταμάτης Σίμος, ο επί 18 χρόνια επίτροπος της εκκλησίας και ο οποίος είναι και ο υπεύθυνος για όλο το πανηγύρι,  οι προσφορές σε ζώα ήταν 135 αιγοπρόβατα και 5 αγελάδες, αριθμός ο οποίος αποτελεί ρεκόρ για το πανηγύρι και εφέτος αναμένεται κατά πολύ να ξεπεραστεί, καθώς το πανηγύρι έχει γίνει γνωστό, εκτός από τις Κυκλάδες σε όλη την Ελλάδα. Καθώς οι περισσότεροι από τους «υπηρέτες» είναι αγρότες και κτηνοτρόφοι, αυτοί σφάζουν τα ζώα σφάζονται στο παρακείμενο των εγκαταστάσεων σφαγείο που θυμίζει την παλιά γιορτή και τη σχέση που έχει η γιορτή με τη θυσία και το αίμα.




Τα φαγητά που έχουν βάση αυτό το κρέας βράζουν σε μεγάλα καζάνια και θέλουν διαρκώς ανακάτεμα, κάτι που αναλαμβάνουν συνήθως οι πιο χειροδύναμοι και επιτελούν αυτή την υπηρεσία κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του αρχιμάγειρα Βαγγέλη Μενδρινού από το Καμάρι, ο οποίος είναι ο κυρίως υπεύθυνος για τα μαγειρεία μαζί με τους Ηλία και Μάρκου Βεκρή, του Γιάννη Δεσποτίδη και των μαθητευόμενων Νικόλα Νομικού, Εμμανουήλ Πάσσαρη και του Κωνσταντίνου Κωβαίου. Κυριολεκτικά, όλοι οι μάγειροι βράζουν κι αυτοί μαζί με το κρέας και τις πατάτες μέσα στο μαγειρείο όπου αναπτύσσονται υψηλότατες θερμοκρασίες. Ενώ όλες οι προεργασίες για το πανηγύρι αρχίζουν μια εβδομάδα πριν, η παρασκευή του φαγητού, για ευνόητους λόγους περιορίζεται κατά τις δυο τελευταίες ημέρες. Την παραμονή μπαίνουν όλα τα καζάνια στη φωτιά, πρώτα τα καζάνια με το «πατάτο» και κατόπιν το «ξυδάτο» και το «κοφτό».











Όπως το μαγείρευμα είναι μια βαριά δουλειά, το ίδιο βαριά όμως είναι στο φούρνο στον οποίο τη γενική προσταγή εδώ και πολλά χρόνια έχει ο Λούκας Λουδάρος ενώ στο ζύμωμα υπεύθυνος είναι ο Γιώργος Ρούσσος. Ο φούρνος χωράει 56 καρβέλια των δυόμισι κιλών και πέρσι άναψε 13 φορές για να κατασκευαστούν 700 περίπου καρβέλια και μοσχομυρίζει ψωμί, ιδιαίτερα δε όταν φουρνίζουν το επτάζυμο.


Όλοι δουλεύουν ρολόι κάτω από την άγρυπνη παρακολούθηση του αρχιεπιστρόπου και των αρμοδίων επιτρόπων και τα πάντα πρέπει να είναι έτοιμα στην μεγάλη ώρα του εσπερινού. Ο εσπερινός ξεκινά την που ο ήλιος αρχίζει να κρύβεται πίσω από τη γυμνή κορυφή του βουνού που καλείται Μαυρόβουνο και οι πανηγυριστές που στέκουν όρθιοι και στριμωγμένοι μέσα στον περίβολο της εκκλησίας και σε κύκλο, γύρω από το σημείο, όπου οι άρτοι της γιορτής περιμένουν να ευλογηθούν από τους συλλειτουργούς ιερείς και να μοιραστούν κατόπιν στους συνεορτάζοντες. Το «διευχών» σε αυτή την πάνδημη τελετή είναι και το σύνθημα για το φαγητό. Ο κόσμος είναι πολύς και γι’ αυτό οι υπεύθυνοι, κάτω από τη αυστηρές οδηγίες των επιτρόπων μπαίνουν σε διάταξη άμυνας να εξυπηρετήσουν τον κόσμο που κατά πυκνές ομάδες ορμά προς τη μεγάλη αυλή με τα τραπέζια. Ο Σταμάτης Σίμος δεν χαρίζεται σε κανέναν, εκτός από κάποια σημαίνοντα πρόσωπα της Αμοργού, καθώς και από τα γύρω νησιά που οποία παίρνουν θέση στο τραπέζι του μαζί με τους άλλους αξιωματούχους της εκκλησίας, σε ειδική αίθουσα μέσα στο πανηγηρόσπιτο, μακριά από τα μάτια του πλήθους.  Σημειώνεται ότι επί 18 συναπτά χρόνια στο πανηγύρι πήγαινε και ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, γεγονός που αύξανε τις υποχρέωσεις των επιτρόπων και για τους προσκυνητές αποτελούσε μια ιδιαίτερη αφορμή για να τον συναντήσουν.

Παράλληλα με το σερβίρισμα του φαγητού και αφού τακτοποιηθεί η πρώτη φουρνιά στα τραπέζια αρχίζει να ετοιμάζεται και η ορχήστρα. Κουρντίζουν τα όργανα και περιμένουν τους επιτρόπους που ξεκινάνε πρώτοι το χορό. Αυτό είναι μια παλιά συνήθεια με την οποία αποδίδεται τιμή σε αυτούς τους ανθρώπους που κοπίασαν γι’ αυτή τη γιορτή. Τον πρώτο χορό σέρνει ο αρχιεπιτροπος και ακολουθούν οι υπόλοιποι βάσει ιεραρχίας. Εκείνη τη στιγμή, ακούγεται ένα τραγούδι, ειδικά γραμμένο γι’ αυτόν, τους επιτρόπους και όλους τους «υπηρέτες» του πανηγυριού.

Την ορχήστρα συγκροτούν συνήθως ο αειθαλής καπετάν Μήτσος Σκοπελίτης ο οποίος έχει ξεχάσει πόσα χρόνια παίζει βιολί στα νησιώτικα πανηγύρια, ο Γιώργος Βλαβιανός παραδοσιακό λαγούτο, ο Θανάσης Θεολογίτης και ο Μιχάλης Φωστιέρης στα βιολιά και ο Γιάννης Σκοπελίτης τραγούδι – λαγούτο. Τα τραγούδια που ακούγονται είναι τα κλασικά νησιώτικα, αλλά δεν λείπουν όμως και τα μοντέρνα, όπως η διαβόητη «Πιτσιρίκα» του Μάρκου Βαζαίου.

Η μεγάλη αυλή που στρώνονται τα τραπέζια, παίζει η ορχήστρα και γίνεται ο χορός είναι ένα νέο έργο, μόλις δυο χρονών και έγινε για να μπορεί να εξυπηρετεί 1000 άτομα σε κάθε φουρνιά. Παλαιότερα, που δεν υπήρχε αυτός ο χώρος, οι πανηγυριστές έπαιρναν το φαγητό και απλώνονταν στα χωράφια ενώ οι ορχήστρες έπαιζαν μέσα σε αυτοσχέδιες καλύβες. Για να μαζευτεί λοιπόν το πανηγύρι και να εξυπηρετηθούν όλοι οι πανηγυριστές, με τη βοήθεια του μεγάλου ευεργέτη της Αγίας Παρασκευής, Νίκου Γαβαλά οι επίτροποι προχώρησαν σε αυτό το μεγάλο έργο που, χωρίς να αμφισβητεί την παράδοση,  ανταποκρίνεται πλήρως στους νέους καιρούς.

Το χορό ξεκινάνε πρώτοι οι «υπηρέτες» της Αγίας Παρασκευής με ένα συμβολικό τραγούδι
 
Και συνεχίζουν τα παιδιά των Συλλόγων με τις παραδοσιακές στολές της Αμοργού
Ο πολύς κόσμος πάντως φεύγει νωρίς, αμέσως μετά από το φαγητό και στο χώρο του πανηγυριού μένουν ο σκληρός πυρήνας των πανηγυριστών οι οποίοι θα διασκεδάσουν μέχρι τη στιγμή που θα χτυπήσει η καμπάνα της εκκλησίας για την πρωινή λειτουργία. Η πρωινή λειτουργία, είναι σύντομη και ιδιαίτερα απλή καθώς από τον κόσμο που είχε εμφανιστεί στον εσπερινό, είναι πολύ λίγοι αυτοί που την παρακολουθούν και κυρίως οι ντόπιοι, οι αληθινοί πιστοί, οι επισκέπτες που έχουν έρθει από διάφορα σημεία της Αμοργού και των Κυκλάδων και έχουν φιλοξενηθεί στα κελιά της εκκλησίας, οι επίτροποι και οι υπηρέτες. Γι’ αυτούς το πανηγύρι τελειώνει μετά το φαγητό, το οποίο είναι σαν οικογενειακή συγκέντρωση στη μεγάλη σάλα του πανηγυρόσπιτου όπου γίνονται και οι πρώτες εκτιμήσεις, και βεβαίως μετά τη γενική καθαριότητα του χώρου που ακολουθεί. Μέχρι το απόγευμα που θα φύγει και ο τελευταίος πανηγυριστής, όλα στην Αγία Παρασκευή πρέπει να λάμπουν, τόσο που ο επισκέπτης να μην μπορεί να καταλάβει αν επί μια εβδομάδα εκεί είχε γίνει ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της νησιώτικης Ελλάδας.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ
 
Το αφιέρωμα στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά της Αμοργού ετοιμάστηκε μεν τον Ιούλιο του 2006 αλλά δημοσιεύτηκε στο «Γεωτρόπιο» της Ελευθεροτυπίας περί τις αρχές του Ιουλίου του 2007 και ανεβαίνει χωρίς μεγάλες αλλαγές σήμερα στον ιστοχώρο «Η ΑΜΟΡΓΟΣ ΜΟΥ». Ο λόγος που διατηρείται αυτούσιο είναι ότι με ότι νέα στοιχεία καθώς και φωτογραφίες που θα συγκεντρωθούν στο φετινό πανηγύρι, θα συμπληρωθεί, θα βελτιωθεί και πολύ σύντομα για να αποτελέσει έτσι μια βασική σελίδα για την Αμοργό, την ιστορία και τις παραδόσεις της στις «Μικρές Πατρίδες» όταν αυτές ετοιμαστούν.
Επί πλέον, θα διαβάσατε για την παρουσία στο πανηγύρι του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Ελλάδας Χριστόδουλου. Αυτό γινόταν σχεδόν κάθε χρόνο γιατί είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για την Αμοργό και την προτιμούσε να κάνει τις διακοπές του εκεί ενώ παράλληλα είχε αναπτύξει πολύ καλές σχέσεις με τους Αμοργιανούς.



Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΜΟΡΓΟΥ

ΓΡΑΜΒΟΥΣΑ

Μια κορυφογραμμή από τα αρχαία βουνά της ξηράς που απλώνονταν εκεί που είναι σήμερα το Αιγαίο είναι η Αμοργός και ορίζει τις Κυκλάδες από την πλευρά της Ανατολής και μοιάζει να προστατεύει με το στενόμακρο σώμα της τα νησιά που με ένα όνομα μικρά, μεγάλα καλούνται Μικρές Κυκλάδες και απλώνονται ως τη Νάξο.



Η Γραμβούσα όπως φαίνεται όταν την πλησιάζει το καίκι.

Φυσικά τα μεγαλύτερα από αυτά είναι κατοικημένα από τους απώτατους χρόνους της ιστορίας και τα ευρήματα της αρχαιολογίας μιλάνε για ένα θαυμαστό πολιτισμό ενώ ένα σωρό άλλα μικρότερα σχηματίζουν έναν αστερισμό από νησάκια και βραχονησίδες όπου πάνω στο έδαφός της είναι εμφανή ακόμη τα ίχνη από τις ανθρώπινες δραστηριότητες και το σκληρού αγώνα για την επιβίωση.


Η εκκλησία της Παναγίας με τον πέτρινο περίγυρο

Ορισμένα από αυτά που είναι γύρω από την Αμοργό, όπως τα Λιάδια τα είχαν μόνο για βοσκή και να μαζεύουν κάπαρη ενώ στα άλλα, στη Γραμβούσα και στη Νικουριά οι άνθρωποι τα καλλιέργησαν συστηματικά ήδη από τα πολύ παλιά χρόνια. Κάποια άλλα, το μικρό και το μεγάλο Βριόκαστρο κάτω από το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας, η Εξωμιά κάτω από τον Ασφοντυλίτη και η Μονόπετρα έξω από τον όρμο της Αιγιάλης είναι άγριες βραχονησίδες και ποτέ δεν άφησαν εκεί ζωντανά.

Η ωραία παραλία κάτω από την Παναγία της Γραμβούσας

Στη Γραμβούσα, το μεγάλο νησί στο νοτιότερο άκρο της Αμοργού οι δραστηριότητες των ανθρώπων σταμάτησαν μόλις πριν από μια εικοσαετία και οι εγκαταστάσεις τους (αναβαθμοί, σπίτια, καλύβια, μονοπάτια, αλώνια, μαντριά) διατηρούνται ακόμη ακέραια. Για εκείνο τον κόσμο, που ποιος ξέρει από πότε ξεκίνησε να κατοικεί στη Γραμβούσα και έσβησε χωρίς να υπάρχει επιστροφή μας μίλησε ο Γιάννης Ρούσσος, που κατοικεί στην Κολοφάνα της Κάτω Μεριά της Αμοργού και είναι από τους τελευταίους που εργάστηκαν για χρόνια πάνω σε αυτό το νησί το οποίο ανήκε εξ’ ολοκλήρου στον παππού του Νικήτα και ο πατέρας του Κώστας το μοίρασε σ’ αυτόν και στα δυο αδέρφια του, Γιώργο και Βαγγέλη οι οποίοι έχουν ξενιτευτεί εδώ και χρόνια.


Ότι απέμεινε από την κατοίκηση πάνω στη Γραμβούσα

Το σκληρό έδαφος της Γραμβούσας κατάφεραν με διαρκή αγώνα να ημερώσουν πολλές γενιές ανθρώπων – οι τελευταίοι που έφυγαν από το νησί ήταν οι Ρούσηδες. Ο Γιάννης Ρούσσος, θυμάται πως στα χρόνια που κατοικούσαν ακόμη εκεί, το νησί ήταν γεμάτο αγελάδες και πρόβατα. Τις αγελάδες με τις οποίες όργωναν κιόλας τις περνούσαν όταν χρειάζονταν απέναντι στην Αμοργό κολυμπώντας ενώ τα πρόβατα τα μετέφερναν με καίκι. Έσπερναν όσπρια, σιτάρι αλλά και σμιγάδι (σιτάρι με κριθάρι) για να έχουν σίγουρη την παραγωγή σε περίπτωση που δεν πήγαινε καλά η χρονιά. Καλλιεργούσαν ακόμα κρεμμύδια στα χτιά (αναβαθμούς) που είχαν φτιάξει από την δυτική πλευρά του νησιού, κοντά στην Παναγία, στη θέση Λιβαδάκι.


Το πανόραμα των παραλιών της Γραμβούσας

Δέντρα καρποφόρα ή άγρια δεν είχε ποτέ η Γραμβούσα, μόνο κάτι χαμηλά σκοίνα με τα κλαδιά των οποίων μαγείρευαν και έψηναν ψωμί οι κάτοικοί της. Από νερό βολεύονταν με βρόχινο που μάζευαν σε στέρνες ενώ ανάβλυζε λιγάκι κοντά στην εκκλησία, στη θέση Ψαλίδα όπου είχαν κατασκευάσει μάλιστα και ένα πηγάδι σε εκείνο το σημείο και το έλεγαν Βρυσικό κι από εκεί έπιναν και οι άνθρωποι και τα ζωντανά.

Σημάδια από την εποχή που η Γραμβούσα ήταν κατοικημένη

Η Γραμβούσα παρ’ ότι βρίσκεται στο μάτι του γαρμπή, δεν αποκλείονταν ποτέ και όταν παρουσιάζονταν ανάγκη έδιναν σήμα κι έρχονταν από την Καλοταρίτισσα καίκι και τους έπαιρνε. Οι Ρούσσηδες είχαν και δικό τους καίκι, την «Παναγία» και με αυτό ψάρευαν κιόλας ή μετέφεραν τα δικά τους ζωντανά. Ψάρευαν επίσης με αγκίστρια και δίχτυα για να συμπληρώνουν τη διατροφή τους που στηρίζονταν αποκλειστικά στα δικά τους προϊόντα. Αλώνιζαν, άλεθαν με χειρόμυλους και έψηναν ψωμί στο δικό τους φούρνο. Πάνω στο νησί επίσης τυροκομούσαν και ως λέγεται ακόμη έκαναν πολύ καλό και νόστιμο τυρί. Το ίδιο νόστιμο ήταν και το κρέας γιατί τα ζωντανά τους βοσκούσαν στα αλατισμένα από τον αέρα της θάλασσας φυτά και χορτάρια. Δεν τους αρκούσε όμως ο τόπος να βοσκήσουν τα κοπάδια πάνω στη Γραμβούσα και τα πήγαιναν και στην Άνυδρο, 8 μίλια στο νότο με τα κουπιά ενώ καμιά φορά έβγαιναν αντί της Καλοταρίτισσας και στα Παραδείσια, ένα μίλι μακριά. Εξαιρετικά λένε ακόμη ήταν τα σαλιγκάρια της στεριάς που μάζευαν στο νησί και συμπλήρωνε τη φτωχή διατροφή τους.

Ένα αλώνι θυμίζει τις παλιές εποχές στη Γραμβούσα



Η ζωή τους ήταν απλή αλλά εξαιρετικά δύσκολη. Τα παλιά χρόνια είχαν πάντα το φόβο των πειρατών που προτιμούσαν το νησί να κρύβονται και να αράζουν τα πλοία τους στον απόμερο, ασφαλή κόλπο της Καλοταρίτισσας. Στα νεότερα χρόνια οι ευκολίες της ζωής που επικράτησαν απέναντι στην Αμοργό έκαναν όλες τις οικογένειες που κατοικούσαν το νησί να εγκαταλείψουν σιγά – σιγά τη Γραμβούσα και να εγκατασταθούν στα χωριά της Κάτω Μεριάς. Μόνο λίγα πρόβατα και κατσίκια άφησαν πάνω και πήγαιναν που και που και τα έβλεπαν. Δεν ξεχνάνε όμως την εκκλησία του που είναι αφιερωμένη στην Αγία Αικατερίνη και πανηγυρίζουν κάθε την ημέρα της χάρης της. Το πανηγυράκι αυτό γινόταν και παλιά και ήταν η μόνη μέρα που το νησί γέμιζε κόσμο και οι κάτοικοί τους προσέφεραν στους προσκυνητές φαγητό και κρασί. Τον τοίχο που περιστοιχίζει την εκκλησία τον έχτισε ο ίδιος ο Γιάννης το 1950 όταν απολύθηκε από το στρατό και στέκει ακόμα όρθιος.





Με καίκι μπορεί να φτάσει κάποιος στη Γραμβούσα
 Στη Γραμβούσα σήμερα μόνο ελάχιστα ζωντανά υπάρχουν που κυκλοφορούν ελεύθερα και ρημάζουν το νησί. Το καλοκαίρι όμως γίνεται ένας ωραίος προορισμός για κολύμπι στην ωραία παραλία που καλείται Άμμος εξαιτίας του άμμου ακριβώς που έχει και για ψάρεμα στα βράχια και της ξέρες που ζώνουν το νησί. Εκεί για να φτάσει κάποιος πηγαίνει είτε με δικό του σκάφος είτε με τις λάντζες που ξεκινάνε από τη σκάλα της Καλοταρίτισσας και κάνουν αρκετά δρομολόγια μέσα στην ημέρα. Στην Άμμο θυμούνται παλαιότερα να βγαίνουν χελώνες και να γεννούν ενώ στις ακτές της Γραμβούσας όπως και στα άλλα ξερονήσια γύρω της, Πρόσκοπος, Παρασπρόσκοπος και Φελούκα έβγαιναν και φώκιες αλλά σιγά – σιγά έπαψαν να εμφανίζονται. Στη Γραμβούσα επίσης τα τελευταία χρόνια έχει ρίξει ο Κυνηγετικός Σύλλογος Νάξου κουνέλια τα οποία ευδοκίμησαν και αποτελούν αφορμή περιπάτου για τους Ναξιώτες κυνηγούς.

Η ΝΙΚΟΥΡΙΑ

Η Νικουριά πλέει στο φως του απογεύματος

Ενώ η Γραμβούσα εμφανίζεται κατοικημένη μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν συμβαίνει το ίδιο με τη Νικουριά, το μεγάλο νησί στη μεριά της Αιγιάλης από τη βορινή πλευρά της Αμοργού το οποίο απέχει ελάχιστα από την παραλία του Αγίου Παύλου. Αυτός φαίνεται πως είναι και ο κύριος λόγος που στην επιφάνειά της δεν υπάρχουν ίχνη από κτίσματα, ούτε μαντριά, ούτε αλώνια. Αντιθέτως από τη Γραμβούσα πάνω στη Νικουριά υπάρχουν πολλά και μεγάλα δέντρα, φίδες και σχοίνα. Με αυτά τρέφονται τα κατσίκια που ξεδιψάνε σε ένα βαθύ και δύσκολο στην προσέγγισή του πηγάδι ανάμεσα στα βράχια.


Η Παναγία της Νικουριάς πάνω από την παραλία



Το μόνο στοιχείο που δείχνει ανθρώπινη παρουσία στο νησί είναι η εκκλησία της Παναγίας που πανηγυρίζει στις 9 Σεπτεμβρίου και οι βαρκάρηδες μεταφέρουν τον κόσμο από τον Άγιο Παύλο ως την εκκλησία. Προς το νότιο άκρο της υπάρχουν λίγες πέτρες που δηλώνουν πως κάποτε εκεί υπήρχε ένα κτίσμα, κάτι σαν καραντίνα που έβαζαν τους λεπρούς.


Οι μεγάλες παραλίες στην αγκαλιά της Νικουριάς

Όλη η ανατολική πλευρά της Νικουριάς είναι απότομη, με μεγάλα κατακόρυφα βράχια που καταλήγουν στη θάλασσα που σπάνια είναι ήρεμη. Γι’ αυτό πολλές φορές τα σκάφη που δεν έχουν μεγάλο βάθος περνάνε από το στενό δίαυλο με την Αμοργό. Ακόμα και ο «Σκοπελίτης», το ονομαστό πλοίο της μέχρι πρότινος άγονης γραμμής, περνάει από εκεί όταν έχει πολύ κύμα έξω στο πέλαγος.

Η Νικουριά όπως φαίνεται από τη Μεγάλη Στράτα




Μπορεί λοιπόν να μην έχει πολλά σημάδια ανθρώπων η Νικουριά, αλλά στην ιστορία αναφέρεται πως εκεί λειτούργησε κατά τους κλασσικούς χρόνους νομισματοκοπείο που έκοβε νομίσματα των πόλεων της Αμοργού και κατά καιρούς έχουν ανακαλυφθεί πολλά μέσα στο έδαφός της. Σημειώνεται πως στην αρχαιότητα τρεις ήταν οι μεγάλες πόλεις της Αμοργού, Αρκεσίνη, Μινώα και Αιγιάλη και λειτουργούσαν μάλλον ως ένα ενιαίο κράτος και έκοβαν κοινό νόμισμα.

Φυσικό καταφύγιο για όλα τα σκάφη ο όρμος της Νικουριάς


Και στη Νικουριά είναι απαραίτητο το καίκι...



ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το αφιέρωμα στα μικρά νησιά της Αμοργού δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας Έθνος "Σκάφος - Φουσκωτό" τον Ιούλιο του 2011. 

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ ΣΕ ΜΠΟΥΚΑΛΙ…


Η Καλλιόβη και η Φανή διαβάζουν το μήνυμα της μποτίλιας

Το πλέον εκπληκτικό που μπορεί να συμβεί στον καθαρισμό μιας παραλίας, είναι η εύρεση ανάμεσα στα σκουπίδια ενός μπουκαλιού που να περιέχει μήνυμα, γεγονός που μπορεί να λάβει μυθικές διαστάσεις καθώς αυτό το είδος επικοινωνίας ή μάλλον σήματος έχει γίνει αφορμή να ειπωθούν απίθανες ιστορίες για ναυτικούς και κυρίως ναυαγούς και σαν γραφή, έχει γνωρίσει δόξες στο χώρο της λογοτεχνίας και έχει εμπνεύσει ποιητές και μουσικούς.

Έτσι λοιπόν εμείς σταθήκαμε εξαιρετικά τυχεροί, χάρη στην παρατηρητικότητα της Καλλιόβης Γιανακοπούλου βέβαια, η οποία διέκρινε ότι μέσα σε ένα μπουκάλι απ’ αηυτά που βάζουν ρακί ματαψημένη που είχε πιάσει στα χέρια της υπήρχε ένα σημείωμα, βαλμένο μάλιστα μέσα σε μια πλαστική σακούλα για να είναι περισσότερο ασφαλές από την υγρασία. Ο Γιάννης Κωβαίος το άνοιξε με προσοχή και έβγαλε από μέσα το σημείωμα, το οποίο ήταν λιγάκι νοτισμένο και αφού το ξεδίπλωσαν με προσοχή η Καλλιόβη και η Φανή, το αφήσαμε λίγο να στεγνώσει στον ήλιο και μετά τα διαβάσαμε.


Το μήνυμα που βρέθηκε μέσα σε μια μποτίλα στη Μικρή Βλυχάδα

Το έχει γράψει μια παρέα Αμερικανών, ο Larry Deutsch από το Κολοράντο, Pati και ο Scott η του Texas και έριξε το μπουκάλι στη θάλασσα άγνωστο σε μας πότε,  έξω από το Κουσάντασι, σε ένα ταξίδι του στο Αιγαίο και δεν ζητά παρά να μάθει που και πότε βρέθηκε το μήνυμά του. Ανέλαβαν ήδη από το ξενοδοχείο Aegialis Hotel & Spa και του έστειλαν απάντηση και φωτογραφίες με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και περιμένουμε να μοιραστούν μαζί μας τη χαρά ότι το μπουκάλι με το μήνυμά τους βρήκε αποδέκτες…

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Ο ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΒΛΥΧΑΔΑΣ


Όλη η ομάδα του καθαρισμού της παραλίας σε αναμνηστική φωτογραφία

Άλλαξε όψη η παραλία Μικρή Βλυχάδα, στα βόρεια της Αιγιάλης, σήμερα, μετά την επίσκεψη καθαρισμού που έγινε με πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Συλλόγου Θολαρίων Αμοργού και με την υποστήριξη του ραδιοφωνικού σταθμού ΣΚΑΙ στα πλαίσια του μεγάλου προγράμματος «Καθαρίζουμε την Ελλάδα - ομορφαίνουμε την Ελλάδα» και το οποίο εξελίσσεται με εντυπωσιακά αποτελέσματα σε όλη την επικράτεια της χώρας.

Το έργο αρχίζει νωρίς νωρίς για να μη μας προλάβει η ζέστη
Δεν ήμασταν πολλοί που ξεκινήσαμε σήμερα το πρωί από τα Θολάρια να κατέβουμε το ωραίο μονοπάτι με τα σύνεργα και να κάνουμε ένα μικρό καθαρισμό παραμερίζοντας τις πέτρες που έπεσαν από τις βροχές το χειμώνα και κόβοντας τα αγκάθια που είχαν φυτρώσει σε ορισμένα σημεία του. Ο Γιάννης Κωβαίος με την κόρη του Φανή, ο Σταύρος Λαλουργάς, η Καλλιόβη Γιαννακοπούλου και ο Σαίντ από το Μπαγλαντές. Μέχρι τη «Σκάλα» μας ακολούθησε και η Πρόεδρος του Συλλόγου, Ειρήνη Γιαννακοπούλου η οποία μας εφοδίασε με τα απαραίτητα εργαλεία και φυσικά με νερό γιατί εκεί στην παραλία δεν ούτε μια σταγόνα δεν σταλάζουν πια οι βράχοι.

Όλοι μαζί τραβάμε για να βγει το τεράστιο παλαμάρι από τις πέτρες

Το τι συναντήσαμε βέβαια στην παραλία ήταν αναμενόμενο, καθώς αυτός ο μικρός κόρφος ανάμεσα στα βράχια βρίσκεται στο μάτι του βοριά και έτσι είναι επόμενο να γεμίζει με λογής - λογής σκουπίδια που φέρνουν τα κύματα από απίθανα μέρη. Παλαιότερα, πριν εξαπλωθεί η χρήση των πλαστικών σε όλο τον κόσμο και βεβαίως μεγαλώσει η αδιαφορία των ανθρώπων για το τι θα γίνουν αυτά τα πράγματα μετά τη χρήση τους, στη Μικρή Βλυχάδα έφταναν  κυρίως ξύλα από ναυάγια πλοίων και απ’ αυτά που ξεφόρτωναν οι ποταμοί στη θάλασσα τα οποία ήταν πολύτιμα για τους νησιώτες που δεν είχαν δα και αφθονία από αυτά στα αποψιλωμένα νησιά τους. Πολλές φορές μάλιστα η θάλασσα ξέβραζε σε τέτοιες παραλίες τεράστια δέντρα που είχε αρπάξει από κοντινές δασώδεις παραλίες ή τα είχαν κουβαλήσει τα ποτάμια και το μέγεθός τους εντυπωσίαζε. Όπως και στη Μικρή Βλυχάδα όπου βαθιά μέσα στην παραλία έχουν σπρώξει τα κύματα, κλαδεμένο ένα τεράστιο κορμό κυπαρισσιού, άγνωστο βεβαίως από πού τον έχουν αρπάξει.

Δια χειρός Σταύρου, η φωτογραφία για να φαίνεται πως δουλεύω κι εγώ...


Ο Σταύρος με τον Σαίντ βάζουν τα σκουπίδια πάνω στη σακούλα


Η Καλλιόβη, ο Γιάννης και ο Σταύρος μαζεύουν σκουπίδια


Όλη η ομάδα μαζεύει σκουπίδια μπροστά στην παραλία της Μικρής Βλυχάδας



Η Καλλιόβη μοιάζει να έρχεται από τη θάλασσα πάνω στον κορμό του κυπαρισσιού


 Η Φανή περπατάει π'σνω στον κορμό του κυπαρισσιού



Ο Γιάννης χαιρετίζει το τέλος της δουλειάς σηκώνοντας ψηλά την τζουγράνα
 
Σημειώνουμε πως, ότι και να έφερνε πριν από μερικά χρόνια η θάλασσα στη Μικρή Βλυχάδα ήταν αντικείμενα κατασκευασμένα από υλικά που διαλύονταν κι έτσι δεν σωρεύονταν όπως τα σύγχρονα σκουπίδια. Όπως ελαστικά από αυτοκίνητα, πλαστικές σωλήνες και κάθε τι συνθετικό που επιπλέει, νάιλον σακούλες, πλαστικά μπουκάλια και άπειρα άλλα είδη που έχουν να κάνουν με αυτό το υλικό, κουτάκια από αναψυκτικά, πίσσες από διαρροές καυσίμων από τα πλοία και ένα σωρό άλλα πράγματα που θέλουν πολλά χρόνια να λιώσουν και ενδέχεται να είναι επικίνδυνα όχι μόνο για τον άνθρωπο αλλά και για τα υπόλοιπα πλάσματα της περιοχής, ακόμα και για την χλωρίδα της.



Αυτό το θεόρατο παλλαμάρι μας παίδευψε περισσότερο από κάθε τι σήμερα

Κι ένα ζευγάρι γυαλιά βρήκε ο Γιάννης ανάμεσα στα σκουπίδια



Ο κορμός του κυπαρισσιού έγινε πάγκος στην παραλία
Τ περισσότερα από αυτά τα σκουπίδια τα είχαν σωρεύσει τα μεγάλα κύματα στην άκρη της παραλίας κι εμείς μαζέψαμε τα υπόλοιπα που ήταν διάσπαρτα εδώ κι εκεί και βάλαμε δυο μεγάλες φωτιές που σε ελάχιστο χρόνο τα έκαναν όλα στάχτη. Έτσι ανάσανε η παραλία και το φαινόμενο των σκουπιδιών, αφού σίγουρα θα ξαναφέρει το κύμα και άλλα, μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί πιο εύκολα αν οι επισκέπτες πλέον μαζεύουν ο καθένας ότι μπορεί να το αφήνει στο χώρο πίσω από τα βράχια όπου υπάρχει η στάχτη από τις σημερινές φωτιές. Για τα υπόλοιπα, τα πολλά του χειμώνα και τα βαριά που θα βγάζουν στο εξής τα κύματα, ήδη πήραν θέση οι Αιγιαλίτες που βρέθηκαν μαζί μας σήμερα στον καθαρισμό και είδαν πως αυτός μπορεί να επαναλαμβάνεται κι άλλες φορές μέσα στην καλοκαιρινή περίοδο και ήδη δρομολόγησαν καθαρισμό σύντομα και στη Μεγάλη Βλυχάδα καθώς και σε άλλα σημεία του νησιού και ιδιαίτερα στα πολύ ωραία μονοπάτια.


Όλη η ομάδα καθαρισμού στην αρχή του μονοπατιού με τον ζαχαροπλάστη Νίκο Οικονομίδη


Κατακάθαρη αποχαιρετήσαμε σήμερα την παραλία της Μικρής Βλυχάδας