Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

ΟΙ ΒΡΑΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΑΣΦΟΝΤΥΛΙΤΗ

Κεντήματα στην πέτρα είναι η ζωή...


Δεν είναι και λίγα τα μνημεία και τα ευρήματα από τους αρχαίους και τους κατοπινούς χρόνους που φανέρωσε η γη της Αμοργού και τα οποία μαρτυρούν τη μακρά πορεία των ανθρώπων πάνω σε αυτό το μοναδικό νησί. Το κύρος τους φυσικά και δεν αμφισβητείται, αλλά ανάμεσά τους πρέπει να αναγνωριστεί και το έργο που δημιούργησε πριν από ένα αιώνα και είναι εκτεθειμένο στους πέτρινους τοίχους του Ασφοντυλίτη, ο ανάπηρος Μιχάλης Ρούσσος.

Έρχονται στον Ασφοντυλίτη οι μουσικοί με τα όργανά τους...

Ο Ασφοντυλίτης της Αμοργού, είναι ο μόνος παραδοσιακός αγροτικός οικισμός σε όλα τα νησιά των Κυκλάδων που έχει ακόμη και σχεδόν ακέραια όλα εκείνα τα ιδιαίτερα στοιχεία τα οποία, με την εύγλωττη σιωπή τους μαρτυρούν την αδιάκοπη κατοίκησή του από την αρχή της ιστορίας. Θεμελιωμένος πριν από αμέτρητα χρόνια στο μικρό υψίπεδο της πλαγιάς που ξεκινά από την κορυφή Βορεινά και καλείται Απόλακα, έχει την πλάτη του στον βοριά και αγναντεύει το δυτικό πέλαγος. Ο επισκέπτης του, όταν κατεβαίνει το μονοπάτι από τον ερημωμένο Άγριλα ή την Όξω Μεριά, τον βλέπει ως ένα συμπαγή με το πετρώδες περιβάλλον, οχυρωματικό οικισμό με πολλά χαμηλά, πέτρινα κτίσματα στο εσωτερικό του, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με στενούς, άτακτους δρόμους. Οι τοίχοι που χωρίζουν μεταξύ τους τα εγκατελλειμένα αγροτικά νοικοκυριά είναι φαρδείς και αρκετά ψηλοί και το μόνο φυτό που ευδοκιμεί μέσα σε αυτό το κατάστεγνο, γκρίζο τοπίο με τις πέτρες είναι οι στεγνές, αποσκελετωμένες φραγκοσυκιές, η ηλικία των οποίων, επίσης δεν μπορεί να υπολογιστεί.

Ποιος να ξέρει άραγε τι να έγινε εκείνα τα χρόνια στον οικισμό;

Εκείνο όμως που κυρίως χαρακτηρίζει αυτόν τον παλιό οικισμό της Αμοργού, είναι οι μεγάλες, ακατέργαστες ως επί το πλείστον πέτρες που είναι χτισμένα τα σπίτια και οι υπόλοιπες εγκαταστάσεις. Οι πέτρες είναι βέβαια το μόνο υλικό που σε αφθονία υπάρχει στον τόπο και αυτές χρησιμοποίησαν οι πρώτοι άνθρωποι να χτίσουν τα σπίτια τους και ως φαίνεται, είναι πολλές οι φορές μέσα στους αιώνες που επιστρατεύτηκαν για τον ίδιο σκοπό. Το γεγονός ότι κάτω από τον οικισμό, υπάρχει μια σειρά από πηγάδια από τα οποία αναβλύζει νερό όλο το χρόνο, βεβαιώνει την άποψη ότι οι άνθρωποι κατοίκησαν εκεί από την αυγή της ιστορίας. Τα αρχαιολογικά ευρήματα εξάλλου της περιοχής αποδεικνύουν πως στη θέση που βρίσκεται ο Ασφοντυλίτης άνθισε κάποτε μια πρωτοκυκλαδική εγκατάσταση ανθρώπων.

Το κατσίκι που ακολουθεί το βιολιστή είναι τάμα στον Άγιο...

Ολόκληρη η οικογένεια καταφθάνει με τα πόδια στο πανηγύρι

 Στη πέτρα λοιπόν οφείλεται το γεγονός ότι ο Ασφοντυλίτης παραμένει άθικτος από το χρόνο καθώς ελάχιστες είναι οι ζημιές που παρουσιάζει κι αυτές διακρίνονται μόνο στις στέγες ενώ στα εσωτερικά των σπιτιών, όπου βέβαια υπήρχαν, έχουν πέσει οι χοντροί σοβάδες. Στο εξωτερικό τους οι τοίχοι δεν πρέπει ποτέ να είχαν σοβαντιστεί ή ασβεστωθεί, πράγμα που μαρτυρά πως η μανία του λευκού είναι μια μεταγενέστερη έκφραση της αισθητικής στο νησί. Μέσα στα σπίτια, σώζονται επίσης οι φούρνοι ενώ σε πολλά δωμάτια τα οποία, σημειωτέον δεν διαθέτουν παρά ελάχιστα, μικρά παράθυρα, φαίνονται τα κτιστά πέτρινα κρεβάτια και οι λίθινοι πάγκοι που κάθονταν οι άνθρωποι. Όλες δε οι στέγες είναι κατασκευασμένες με αλλεπάλληλα στρώματα γαλάζιας λάσπης και ξηρών φυκιών που στηρίζονται σε χοντρά ξύλα από φίδες, ένα κυπαρισσόδεντρο που έχει σχεδόν εξαφανιστεί, για αυτόν ακριβώς το λόγο, όχι μόνο από την Αμοργό, αλλά από τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου.

Ο δρόμος με τις πέτρες οδηγεί από τον οικισμό στη θάλασσα

Δίπλα από κάθε σπίτι υπάρχουν πολλά μικρότερα, το ίδιο ανθεκτικά κτίσματα που προορίζονταν για τα ζώα, κυρίως για τα γαϊδούρια και τα βόδια –τα αιγοπρόβατα είτε ήταν ελεύθερα ή μαντρίζονταν σε αγροικίες μακριά από τον οικισμό. Ξεχωριστή θέση είχαν επίσης δίπλα από τα σπίτια και πολλές κατασκευές που προορίζονταν για την αποθήκευση των λιγοστών αγροτικών προϊόντων που παρήγαγαν τα πετρώδη και άγονα χωράφια του Ασφοντυλίτη. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το γεγονός ότι πουθενά δεν υπάρχει καμιά στέρνα για τη συλλογή νερού και μάλλον οφείλεται στην ύπαρξη των πολλών πηγαδιών στον πάτο του οικισμού. Το πυκνό και λαβυρινθώδες οικιστικό συγκρότημα διακόπτουν άδεια, φαρδιά μονοπάτια που εξυπηρετούσαν την επικοινωνία των νοικοκυριών και οδηγούν έξω από τον οικισμό, στις εξοχές και τα αλώνια, τα οποία βρίσκονται σε μέρη που φυσάει κατάλληλα ο αέρας.

Ένας από τους βιολιστές έφερε μαζί του και ένα κανάτι με κρασί

Το μόνο οικοδόμημα του Ασφοντυλίτη που ξεχώριζε – πριν κάποιος κάτοικος σοβαντίσει ένα από τα παλιά σπίτια και ταράξει έτσι το παραδοσιακό σύνολο, ήταν η δίστεγη εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Και αυτό το κτίσμα το οποίο διέθετε μια λεπτή αισθητική, δυστυχώς επέστη πριν από λίγα χρόνια κάποιες «βελτιώσεις» οι οποίες αλλοίωσαν την φυσιογνωμία του. Το ίδιο συμβαίνει και με το δρόμο ο οποίος ανοίχτηκε από την κεντρική αρτηρία της Αμοργού προς τον οικισμό και ως είναι φυσικό, προσέβαλλε ανεπανόρθωτα το τελευταίο απόλυτο, ακέραιο κυκλαδικό τοπίο.

Κάπως έτσι μπορεί να ήταν την ημέρα των γάμων της Ανθούλας

Πάνω από τον οικισμό, ως την κορυφή του βουνού στην πετρώδη πλαγιά απλώνονται τα βοσκοτόπια του Ασφοντυλίτη, διαχωρισμένα με μεγάλους τοίχους ενώ κάτω από το δρόμο, στην περιοχή που καλείται Μινόρια, βρίσκονται τα χωράφια, μερικά από τα οποία δείχνουν να ήταν καλλιεργημένα πριν από μερικά χρόνια. Εκεί βρίσκονται και τα περισσότερα δέντρα, κυρίως συκιές και αμπέλια τα οποία χωρίς καμιά φροντίδα πλέον κοντεύουν να ξεραθούν.

Η επιφάνεια της πέτρας μάλλον δεν ένοιαζε καθόλου το Ρούσσο

Σ’ αυτό το σημείο λένε κάποιοι παλιοί, ήταν κάποτε ένας μικρός παράδεισος από την πρασινάδα και τα καρποφόρα δέντρα. Από εκεί και κάτω μέχρι τη θάλασσα, στην πλαγιά που καλείται Χάλαρα διακρίνονται πολλά παρατημένα χωράφια που καλλιεργούσαν σιτάρι, κριθάρι και φάβα και τα οποία είναι διαχωρισμένα με ψηλούς τοίχους, πολλές αγροικίες και αρκετά αλώνια. Απέναντι ακριβώς από τον Ασφοντυλίτη, στην ήμερη κορυφή Ρίζα και στη θέση Πλακόγουρνες, πάνω από τη λαγκάδα Αρνότσουλος διακρίνονται τα ερείπια αρχαίου οχυρωματικού πύργου, ενώ ένας άλλος υπάρχει πάνω από τον οικισμό, στη θέση Ξηροκάμπι, της Όξω Μεριάς. Σημειώνεται, ότι εξαιτίας δε του βουνού που έχει στην πλάτη του ο Ασφοντυλίτης και εμποδίζει τους βοριάδες δεν έχει κανένα ανεμόμυλο.

Ο Νικόλας Θηραίος, είναι ο μόνος που έχει ακόμα ζώα στον οικισμό

Σε αυτόν τον οικισμό - φάντασμα της δυτικής Αμοργού τις περισσότερες ώρες της ημέρας δεν κινείται κανένας άνθρωπος. Ο μόνος που πηγαίνει εκεί να φροντίσει τα γουρούνια που έχει κλεισμένα σε ένα παρατημένο σπίτι, είναι ο ηλικιωμένος Νικόλας Θηραίος από τον Ποταμό. Αυτός παίρνει νερό σε πλαστικά δοχεία και το μεταφέρει στα ζωντανά τα οποία καταλαβαίνει κανείς ότι υπάρχουν πίσω από κάποιο τοίχο από την έντονη μυρωδιά τους. Τίποτα άλλο δεν δηλώνει την παρουσία του εκεί. Έτσι ο περαστικός από τον Ασφοντυλίτη, όταν θα διακρίνει δίπλα από το μονοπάτι μια σειρά από βραχογραφήματα δεν υπάρχει περίπτωση να βρει κάποιον να ρωτήσει τι είναι αυτά.
το χωριό Ποταμός, μόνο μπορεί να μάθει πως αυτές οι φιγούρες που είναι σκαλισμένες στην πέτρα τις έκανε κάποιος Μιχάλης Ρούσσος που έζησε κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα και ο οποίος ήταν ανάπηρος. Εκείνον τον άνθρωπο, λένε οι παλιοί, οι οικείοι του όταν είχαν δουλειές, τον πήγαιναν και τον ακουμπούσαν σε κάποιο σημείο του οικισμού και αυτός, για να περνάει η ώρα του σκάλιζε με ένα σφυρί και ένα καλέμι τις πέτρες που έφτανε, συνήθως από το καρεκλάκι του.

Τι να σημαίνουν άραγε τα μικρά σύμβολα δίπλα στην Ανθούλα;

Ποιος του δίδαξε αυτή την τέχνη, είναι άγνωστο. Πιθανόν στις ατέλειωτες ώρες της πλήξης του πήρε κάποια στιγμή τα εργαλεία και άρχισε να κεντάει τις πέτρες των τοίχων γύρω και μέσα από τον οικισμό. Αν είχε κάποιοι δάσκαλο, σίγουρα θα το καταλαβαίναμε από ένα έστω έργο του, αλλά όλες οι βραχογραφίες στον Ασφοντυλίτη είναι του Ρούσσου. Καμία δεν ξεφεύγει από τη δική του τεχνοτροπία, θα έλεγε και ένας ειδικός στην τέχνη. Όλες λοιπόν οι ζωγραφιές έγιναν από ένα άνθρωπο και όπως δηλώνουν κάποιες ημερομηνίες, έγιναν σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εξήντα περίπου χρόνων.

Μόνο μια φορά υπογράφει ο Μιχάλης τα έργα του στον τοίχο

Ο Ρούσσος, όπως διακρίνουμε από τις βραχογραφίες πρέπει να άρχισε να κεντάει τις πέτρες μερικά χρόνια πριν από το 1900, το 1897 την πρώτη και σταμάτησε το 1943 χρονιά πιθανόν που μπορεί να πέθανε. Οι πιο πυκνές χρονολογίες αφορούν τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας 1910 – 1920, ενώ απουσιάζουν εντελώς χρονολογίες μέχρι το 1940. Κανένας δεν γνωρίζει γιατί διάλεγε να κεντήσει αυτά τα χρόνια, μια περίπτωση όμως είναι να τα έχει σημειώσει λόγω των πολέμων τους οποίους θα μάθαινε από διηγήσεις των γειτόνων του που είχαν πολεμήσει ή λόγω της απουσίας τους. Πάντως ο καλλιτέχνης πρέπει να ήταν ενήμερος για κάποια γεγονότα που μπορεί μεν να συνέβαιναν μακριά από τον τόπο του, αλλά τον επηρέαζαν κι αυτόν.

Όλα μαζί τα ονόματα των γυναικών κεντημένα πάνω σε μια πέτρα

Και κανείς να μην έβγαινε έξω από τα όρια του Ασφοντυλίτη, καθώς ο οικισμός ήταν ακριβώς πάνω στη Μεγάλη Στράτα από την οποία περνούσαν υποχρεωτικά όλοι όσοι πήγαιναν από την Αιγιάλη στη Χώρα και τανάπαλιν, όλο και κάποιος θα μετέφερε ειδήσεις και πληροφορίες, των οποίων κοινωνός θα ήταν βεβαίως και ο Ρούσσος. Καθώς μάλιστα ήταν μόνιμα καθηλωμένος πάνω στο καρεκλάκι του, ήταν και ο άνθρωπος που όλοι οι περαστικοί χαιρετούσαν και καθώς κάθονταν να πάρουν μια ανάσα πριν πάρουν τον μεγάλο ανήφορο συνομιλούσαν μαζί του και αντάλλασσαν πληροφορίες ή του άφηναν παραγγελίες για τους άλλους. Ενήμερος λοιπόν ο Μιχάλης, πιθανόν να λειτουργούσε και σαν εκπρόσωπος της μικρής κοινωνίας του, όταν οι άλλοι έλλειπαν στα χωράφια και βοσκούσαν μακριά τα ζωντανά τους.

Ο βιολιστής πήρε το δοξάρι και άρχισε να παίζει το βιολί του

Απ’ ότι φαίνεται το αγαπημένο σημείο του Ρούσσου ήταν η μικρή περιοχή γύρω από το πηγάδι και τις στέρνες. Εκεί ήταν το πιο σίγουρο σημείο να δει τους περαστικούς γιατί εκεί όλοι σταματούσαν να ξεδιψάσουν και να ποτίσουν τα υποζύγιά τους.

Ένα μεγάλο αγκωνάρι αφιερωμένο στη Μαρία μαζί και στη Σοφία

Καθώς σε όλο τον οικισμό δεν διακρίνονται κανενός άλλου έργα, ή κάτι τέλος πάντων σχετικό, ούτε κάποια άλλη τεχνική πάνω στις πέτρες του πρέπει να συμπεράνουμε πως ο Ρούσσος ήταν αυτοδίδακτος. Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν κάποια έργα του και ιδιαίτερα οι λέξεις που έχει σκαλίσει στις πέτρες. Καθότι ανάπηρος, αποκλείεται να πήγε σχολείο σε κάποιο χωριό. Ήξερε όμως γράμματα και όπως διαπιστώνουμε, γνώριζε ακόμα και τους τόνους και τα πνεύματα μιας μικρογράμματης γραφής. Κάποιος λοιπόν θα πρέπει να τον έμαθε να γράφει και ίσως έγραφε και στο χαρτί ή την πινακίδα!

Πρέπει να σκύψει κάποιος να δει το όνομα της Γεωργίας στον τοίχο

Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος κέντησε πάνω στις πέτρες του Ασφοντυλίτη πάνω από 200 έργα τα οποία μπορεί ο καθένας επισκέπτης του οικισμού να τα δει αν ψάξει προσεκτικά όλο τον οικισμό. Έργα στα οποία απεικονίζονται κυρίως σκηνές από πανηγύρια με μουσικούς και χορευτές, φιγούρες γυναικών και ονόματα ανθρώπων.

Τα σύμβολα πάνω από την οικογένεια μπορεί να είναι και αστέρια

 Σημαντικό ρόλο στη ζωή του Μιχάλη Ρούσσου φαίνεται πως έπαιζαν οι γυναίκες και κεντούσε τα ονόματά τους στην πέτρα. Η Ανθούλα ήταν κάποια που τις είχε φαίνεται ιδιαίτερη αδυναμία και ονοματίζει μάλιστα τη φιγούρα της. Το ίδιο κάνει και με τη Δαφνούλα. Η Σοφία όμως, η Γεωργία και η Μαρίνα δεν έχουν φιγούρες, μόνο τα ονόματά τους ξέρουμε αλλά δεν μπορούμε να καταλάβουμε ποιες ήταν αυτές οι γυναίκες. Μήπως μπορούμε όμως να καταλάβουμε ποιες ήταν οι άλλες; Κανένας πλέον από τον Ποταμό ή τα άλλα χωριά της Αιγιάλης όσο και αν σκάψει στη μνήμη του δεν μπορεί να ταυτοποιήσει τα ονόματα με κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα. Το γεγονός που χρησιμοποιεί τόσα πολλά ονόματα, σημαίνει πως εκείνος ο άνθρωπος είχε μια οικειότητα με όλες τις γυναίκες του Ασφοντυλίτη και το κέντημα των ονομάτων τους στις πέτρες των τοίχων δεν δημιουργούσε παρεξηγήσεις στον οικισμό.

Μια λέξη που σβήνει πάνω στην πέτρα, για το γλυκό δώρο των μελισσών

Σημασία έχει όμως η απουσία των ανδρικών ονομάτων καθώς πουθενά, σε καμιά πέτρα δεν υπάρχει παρά μόνο ένα ανδρικό όνομα, το «Δημήτριος», θαρρείς πως ο Ρούσσος έζησε μέσα σε μια κοινωνία γυναικών. Το γεγονός δεν μπορεί να εξηγηθεί με τίποτα. Σε κάποιες φιγούρες πάλι, ο καλλιτέχνης βάζει δίπλα τους ένα σταυρό, όπως βάζουμε σήμερα δίπλα στα ονόματα των πεθαμένων. Να σήμαινε άραγε το ίδιο και γι’ αυτόν ή ο σταυρός δίπλα στην ανώνυμη φιγούρα δήλωνε κάτι το οποίο δεν θα μάθουμε ποτέ; Σε κάποιες πέτρες επίσης, σκάλιζε δυο και τρεις σταυρούς.

Από τα πρώϊμα έργα του Ρούσσου, το 1907 μια ασαφής, σύνθετη σκηνή

Οι μουσικοί ήταν το άλλο μεγάλο κεφάλαιο της τέχνης του. Ο Ρούσσος σκάλισε πολλές ανδρικές φιγούρες που φορούν καπέλο, να κρατούν στο ένα χέρι τους βιολί και στο άλλο ένα αντικείμενο που μοιάζει με ντέφι, αλλά αποκλείεται να είναι κάτι τέτοιο καθώς στην Αμοργό δεν συνηθίζονταν αυτό το όργανο. Πιθανόν να είναι ένα φλασκί με κρασί, ίσως και τσαμπούνα. Σε μια βραχογραφία μάλιστα διακρίνεται πολύ καθαρά μια φιγούρα δίπλα σε ένα μουσικό να κρατάει ένα λαγήνι με δυο χερούλια. Δίπλα στις φιγούρες με τους μουσικούς πολλές φορές βάζει ένα ζευγάρι πιασμένο χέρι – χέρι να χορεύει η σκαλίζει με ιδιαίτερη άνεση, εκφραστικές φιγούρες πολλών ανθρώπων σαν να πηγαίνουν παρέα σε γιορτή ή πανηγύρι.

Ο αέρας έχει επιτρέψει στη φραγκοσυκιά να ψηλώσει μόνο ως τη στέγη


Αυτός ο άνθρωπος που λόγω αναπηρίας δεν χόρεψε ποτέ πρέπει να είχε έμεινε έκθαμβος από τους χορούς και σκάλισε με υπομονή σκηνές από τα γλέντια που έβλεπε στον Ασφοντυλίτη και μάλλον πρέπει να ήταν πολλά. Δεν αποκλείεται πάλι να τον έπαιρναν μαζί τους σε πανηγύρια που γίνονταν εκτός οικισμού, αλλά για εκείνες τις εποχές η δυνατότητα για κάτι τέτοιο ήταν ελάχιστες. Το γεγονός μας οδηγεί να συμπεράνουμε πως στον οικισμό υπήρχε ένας τουλάχιστον βιολιστής και αυτός πρέπει να διασκέδαζε τακτικά τους γείτονές του, ίσως και τους περαστικούς.

Το είδος που ευδοκιμεί πολύ στη γη του Ασφοντυλίτη είναι οι πέτρες

Πάντως τον καλλιτέχνη δεν τον ενδιέφερε καθόλου η επιφάνεια της πέτρας, οποιαδήποτε εύρισκε μπροστά του ή εκεί που τον άφηναν έπιανε το καλέμι και σκάλιζε. Απορίες δημιουργούν κάποια σκαλίσματα που έγιναν στα υπέρθυρα πολλών σπιτιών. Πως έφτανε τόσο ψηλά αυτός ο άνθρωπος; Τον σήκωναν ή του έφτιαχναν ένα πατάρι;

Γυναίκα κινείται για βιαστικά να προφτάσει τον προπορευόμενο άντρα

Το γεγονός μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την περίπτωση να κεντούσε το μεγάλο λιθάρι πριν αυτό τοποθετηθεί πάνω από την πόρτα. Έτσι ίσως μπορούμε να γνωρίσουμε και την ημερομηνία κατασκευής κάποιων σπιτιών, αλλά η μεγάλη απόσταση μεταξύ των χρονολογιών πάλι θα μας μπερδέψει. Σε κάποια υπέρθυρα ο Ρούσσος σκαλίζει τα αρχικά των ενοίκων του σπιτιού. Που το έμαθε αυτό, είναι άγνωστο. Άγνωστος είναι επίσης και ο λόγος που το έχει κάνει μόνο σε ορισμένα σπίτια, πολύ λίγα σε σχέση με το σύνολο του οικισμού.
Εδώ η ορθογραφία της λέξης δεν είχε καμιά σημασία για κανέναν

Σε ένα υπέρθυρο διακρίνουμε δίπλα σε ένα σταυρό τα αρχικά Δ.Ν.Ρ. και Ν.Ν.Ρ που πρέπει να αφορούν μάλλον το πατρικό του ή ένα άλλον της οικογένειας Ρούσσου. Σε ένα άλλο, διακρίνουμε τις λέξεις «κρασί», «γάλα», «μέλι» οι οποίες δηλώνουν πως σε εκείνο το κτίσμα έβαζαν το κρασί, το γάλα και το μέλι. Το γιατί όμως έπρεπε να βάλει στο υπέρθυρο αυτές τις λέξεις, γεγονός το οποίο δεν απαντάται σε κανένα άλλο οίκημα πουθενά στην Αμοργό, ούτε και στις υπόλοιπες Κυκλάδες, είναι παράξενο. Το σκέφτηκε ο ίδιος, η ένας άλλος του περιέγραψε κάποιο κατάστημα που διέθετε αυτά τα είδη;

Το όνομα της Δαφνούλας συνοδεύουν κάποια παράξενα σύμβολα

Βλέποντας λοιπόν τα βραχογραφήματα του Ρούσσου, εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε πως αυτός ο άνθρωπος κέντησε στις πέτρες σκηνές από τη ζωή των ανθρώπων του Ασφοντυλίτη. Από τις βραχογραφίες του Ρούσσου δεν λείπουν και τα ζώα, σε δυο – τρία βραχογραφήματα βλέπουμε κάποιον άνθρωπο να σέρνει με σχοινί ένα κατσίκι και σε μια άλλη, μισοσβησμένη σκηνή που δείχνει ένα όργωμα. Εκείνο που απουσιάζει όμως εντελώς από τα έργα του είναι τα δέντρα και τα λουλούδια.

Στις πέτρες αυτού του τοίχου είναι γραμμένη μια άγνωστη ιστορία

Θα ήταν βέβαια ενδιαφέρον να μαθαίναμε αν ανάμεσα σε αυτές τις φιγούρες που κέντησε ο Ρούσσος αφιέρωσε κάποια και στον εαυτό του – σε ένα τοίχο μισοσβησμένο, διακρίνεται το όνομα «Μιχάλης» αλλά δεν το συνοδεύει καμιά φιγούρα. Δεν αποκλείεται όμως αυτός ο άνθρωπος να μπήκε στον πειρασμό και να έβαλε τη φιγούρα του να κρατάει από το χέρι μια άλλη κι έτσι με αυτόν τον τρόπο να έκανε αυτό που η φύση τον είχε καταδικάσει, να χορέψει με την Ανθούλα και τη Δαφνούλα.

 Όποιος θελήσει να επισκεφθεί τον Ασφοντυλίτη και να δει από κοντά τα έργα του Ρούσσου, είναι καλύτερα να το κάνει από τον Σεπτέμβρη μέχρι τον Μάρτη γιατί, όσο και αν φαίνεται παράξενο, τους υπόλοιπους μήνες τα χόρτα κρύβουν όλα τα έργα. Τα περισσότερα βέβαια διακρίνονται δίπλα στο μονοπάτι, αλλά υπάρχουν και άλλα διάσπαρτα μέσα στον οικισμό. Ο επισκέπτης μπορεί λοιπόν να περπατήσει μέσα στον οικισμό, να μπει μέσα στα ερειπωμένα σπίτια και τις καλύβες, αλλά εκεί μπορεί να χάσει το χρόνο του, γιατί εκεί μέσα δεν υπάρχει καμία βραχογραφία. Αντιθέτως, θα δει από κοντά την φθορά που επιτελεί ο χρόνος και η αδιαφορία για τα κτίσματα.

Εκτός από το δικό του όνομα ο Ρούσσος, κέντησε και κάποιου Δημήτρη

Τελικά σε αυτό τον αρχαίο τόπο που οι αιώνες άφησαν ανυπόγραφα τα σημάδια τους, ο μόνος που μπορεί να μνημονεύεται είναι ο Μιχάλης Ρούσσος και τον σκοπό τούτο είχε αυτό το αφιέρωμα. Άλλος ένας από τους σκοπούς του είναι να γίνει επιτέλους κάτι, να βρεθεί κάποιος και να πάρει μια πρωτοβουλία για την ανακήρυξη του Ασφοντυλίτη ως τόπο ιδιαίτερου φυσικού και βεβαίως ιστορικού κάλλους και άμεσα να προστατευτεί και να συντηρηθεί, γιατί πράγματι αξίζει να πηγαίνουμε να βλέπουμε ένα από τα τελευταία άθικτα κυκλαδικά τοπία.



ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αυτό το κείμενο που γράφτηκε το 2008 είναι η πρώτη ύλη για τη δημιουργία μιας έκδοσης για τον Ασφοντυλίτη και τον κόσμο του που θα κυκλοφορήσει σύντομα με περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες για τον Μιχάλη Ρούσσο και τα έργα του.