Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

ΕΝΑ "ΛΙΜΑΝΙ" ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΑΛΗ

Ο Παναγιώτης Νομικός, μας καλωσορίζει στο "Λιμάνι της κυρά Κατίνας"...
Υπάρχουν κάποια σημεία στις Κυκλάδες και ορισμένα καταστήματα που δεν έχουν αλλάξει καθόλου μέσα στα χρόνια που πέρασαν, από την ανάπτυξη του νησιώτικου τουρισμού και δώθε και οι ιδιοκτήτες τους μπορούν να μιλήσουν για ένα σωρό πράγματα που αφορούν την πορεία τους και το ρόλο που έπαιξαν στην τοπική κοινωνία και την οικονομία. Κι ακόμη για τους ανθρώπους που διάβηκαν την πόρτα τους και απ’ αυτούς πολλοί επιστρέφουν, τις παρέες που γλέντησαν νύχτες ολόκληρες, τις ωραίες στιγμές που έμειναν στη μνήμη.

Ένα από αυτά τα ωραία μαγαζιά που μυρίζουν ακόμη αληθινό Αιγαίο είναι το «Λιμάνι της κυρά Κατίνας» στον Όρμο της Αιγιάλης, το οποίο πρωτολειτούργησε το 1980 από την κυρά Κατίνα και τον κυρ Αντώνη Νομικό και έμελε να γίνει το πιο γνωστό εστιατόριο στην Αμοργό, η φήμη του να φτάσει στις άκρες του κόσμου και η κυρά Κατίνα να γίνει ένα πρόσωπο που το θυμούνται όλοι όσοι πέρασαν από την Αμοργό εκείνα τα χρόνια μέχρι το 2002 το μαγαζί μετά τον θάνατο των γονιών τους, πέρασε στα χέρια του Παναγιώτη και του Θανάση και το δουλεύουν σήμερα μαζί με τις γυναίκες τους Κορνηλία (Λία) και Πούκυ.

Ο Αντώνης και η Κατίνα Νομικού που άνοιξαν το 1980 το "Λιμάνι"...

Εκείνα τα χρόνια θυμάται ο Παναγιώτης, στον Όρμο δεν υπήρχε λιμάνι και το πλοίο που έφθαναν, τα θρυλικά «Μιαούλης» και ο «Νηρέας» και κατέβαζαν τον κόσμο με βάρκες. Ούτε ηλεκτρικό είχε ακόμη η Αιγιάλη αλλά ήδη είχε διαμορφωθεί ένα ρεύμα τουριστών οι οποίοι καθώς δεν υπήρχαν δωμάτια, έμειναν και κοιμόνταν στην παραλία, κάτω από τα λίγα αρμυρίκια κι ακόμα κάτω από τα λιόδεντρα. Η παρουσία τόσου κόσμου ξαφνικά στην Αιγιάλη επόμενο ήταν να κινητοποιήσει την κυρά Κατίνα η οποία μέχρι τότε διατηρούσε ένα μικρό καφενείο που εξυπηρετούσε τον κόσμο με απλά πράγματα, να ανοίξει το πρώτο, μαζί με το «Κοράλι», εστιατόριο στην Αιγιάλη. Λόγω δε των αντικειμενικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε όλο το νησί με το ηλεκτρικό και τις προμήθειες, η κουζίνα της κυρά Κατίνας στηρίχθηκε μόνο στα τοπικά προϊόντα, από τα περιβόλια του Γιάννια και του Πονηρού στον Όρμο και τα κοπάδια των βοσκών καθώς και ψάρια από τα καίκια των ντόπιων ψαράδων κάτι που συνεχίζουν μέχρι σήμερα ο Παναγιώτης και ο Θανάσης. Τα περισσότερα φαγητά τότε τα έψηνε στον τοπικό φούρνο ενώ το ψυγείο λειτουργούσε με γεννήτρια και ο φωτισμός γίνονταν με ασετυλίνη. Στον εφοδιασμό του «Λιμανιού» αλλά και όλης της Αμοργού πρέπει να σημειώσουμε την προσφορά του «Σκοπελίτη», του σκάφους που έχει γράψει τη δική του ιστορία στις Μικρές Κυκλάδες καλύπτοντας όλες τις ανάγκες.

Η κυρά Κατίνα στην κουζίνα του "Λιμανιού" της
Το «Λιμάνι» δεν λειτούργησε όμως μόνο ως εστιατόριο εκείνα τα χρόνια για τους πρώτους τουρίστες στην Αιγιάλη, τους λεγόμενους χαϊδευτικά και «σαμαράδες» από τους ντόπιους γιατί πήγαιναν με το γνωστό σακίδιο στην πλάτη και το σλήπιγκ μπαγκ στη μασχάλη. Το εστιατόριο της κυρά Κατίνας ήταν το καταφύγιο τους εκτός από φαγητό και το πλύσιμό τους και την μπουγάδα τους καθώς και για άλλες ανάγκες υγιεινής. Σε τούτο ευθύνεται η κυρά Κατίνα ή οποία τους έβλεπε όλους σαν παιδιά της και τους φερόταν σαν μάνα. Έτσι της βγήκε και τα όνομα «mammy» κι έτσι την αποκαλούσαν οι περισσότεροι. «Πάμε στη mammy» έλεγαν και ο ρόλος αυτός της έδινε και το δικαίωμα να μαλώνει όποιους παραφέρονταν λιγάκι, να τους συμβουλεύει και ακόμα να τους κάνει και πίστωση αν ξέμειναν από χρήματα. Μέχρι την τελευταία δραχμή θυμάται ο Παναγιώτης εξοφλούσαν με επιταγές που έστελναν στην κυρά Κατίνα μόλις έφταναν στα σπίτια τους τα φρικιά εκείνης της εποχής που μαζεύονταν στην Αιγιάλη για τρεις εβδομάδες τον Αύγουστο.
Ο Αντώνης Νομικός έβαζε κι αυτός το χεράκι του στην κουζίνα.
Όντως εκείνα τα καλοκαίρια στην Αιγιάλη κρατούσαν μόνο τρεις εβδομάδες τον Αύγουστο καθώς ο κόσμος που την επισκέπτονταν, πήγαινε με το πρώτο πλοίο του Αυγούστου και έφευγε γύρω στις 25 του μήνα. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που παρέμειναν λίγες μέρες παραπάνω και φυσικά γινόταν μεγάλο γλέντι με τους ντόπιους όταν έφτανε η νύχτα της αποχώρησης. Στο «Λιμάνι» κάποια καλοκαίρια άραζαν και μουσικοί, όπως το πλήρωμα του ιστορικού για την Αιγιάλη εκείνης της εποχής καϊκιού «Αλδεβαράν», ο «Πατούχας», ο Χατζής, ο Κοροβιάννος, ο Παρτσακλός όλοι από τη Λειβαδιά και έπαιζαν κυρίως ρεμπέτικα καθώς τέτοια ήθελε το κοινό και απαιτούσε η εποχή βεβαίως. Έπαιζαν στα σκαλιά μπροστά από το «Λιμάνι» και γίνονταν χαμός ενώ δεν ήταν και λίγες οι φορές που έπαιζαν μέσα στο μαγαζί το οποίο στο μεταξύ είχε γίνει στέκι για πολλούς καλλιτέχνες που επισκέπτονταν την Αιγιάλη, όπως ο Μανώλης Ρασούλης, οι Κατσιμιχαίοι και άλλοι πολλοί.

Το λιμάνι στον Όρμο της Αιγιάλης
Σημείο αναφοράς για την Αιγιάλη λοιπόν είχε γίνει το «Λιμάνι» εκείνα τα χρόνια, σε βαθμό μάλιστα που έγινε σύνθημα για εκείνους που έφευγαν σαν τέλειωνε το καλοκαίρι και τους φώναζαν πριν επιβιβαστούν στο πλοίο αυτοί που έμειναν «Εσείς στην Αθήνα κι εμείς στην Κατίνα». Περιττό δε να ειπωθεί πως όλοι όσοι έρχονταν ή έφευγαν περνούσαν και αγκάλιαζαν και φιλούσαν την κυρά Κατίνα το «Λιμάνι» της οποίας θεωρούσαν σαν το σπίτι τους. Το γεγονός βέβαια υπήρξε και αφορμή για ποικίλα σχόλια, όταν λόγω της ανάπτυξης των δωματίων στον Όρμο, οι ντόπιοι άρχισαν να πιέζουν τους «σαμαράδες» να εγκαταλείψουν τα αρμυρίκια και την παραλία και να περάσουν στα δωμάτια. Έγιναν μάλιστα και κάποια επεισόδια και πολλοί ήταν αυτοί που στοχοποίησαν το «Λιμάνι» ως το κέντρο που έλκυε τους «σαμαράδες» και τα «φρικιά» της εποχής εκείνης. Εκείνη η εποχή πάει πέρασε και για την Αμοργό και άλλαξε ο κόσμος για όλες τις Κυκλάδες. Η ωραία ατμόσφαιρα όμως δεν άλλαξε καθόλου στην Αιγιάλη και στο «Λιμάνι» και ο Παναγιώτης με τον Θανάση συνεχίζουν την παράδοση της κυρά Κατίνας στην κουζίνα και βεβαίως στα ψαρικά για τα οποία φημίζεται καθώς προμηθεύονται ψάρια από τους ντόπιους ψαράδες. «Μέχρι πέρσι» λέει ο Παναγιώτης «τα καλά ψάρια δεν έφταναν. Τώρα λόγω κρίσης και του περιορισμού των Ελλήνων και των Ιταλών τουριστών που τα προτιμούσαν υπάρχουν σε αφθονία. Φέτος θα έχουμε μπαρμπούνια και τον Αύγουστο!».

Ο Παναγιώτης μας παρουσιάζει τα καλά του "Λιμανιού"
Το καινούργιο για το «Λιμάνι» είναι η ταϋλανδέζικη κουζίνα που προσφέρει κάθε Παρασκευή και τούτο οφείλεται στην Πούκη, την ταυλανδή γυναίκα του Θανάση η οποία έχει απόλυτα ενσωματωθεί στη κουζίνα του μαγαζιού αλλά καταφέρνει παράλληλα και μαγειρεύει εξαιρετικά και φαγητά της πατρίδας της, γεγονός που εκτιμάται ιδιαίτερα από τους ντόπιους και τους εργαζόμενους στην Αιγιάλη. Το ιδιαίτερο πάλι για το «Λιμάνι» είναι η προτίμηση που δείχνουν οι πελάτες, άλλοι να κάθονται στο στενό δρομάκι μπροστά από την είσοδο του μαγαζιού και πίσω από τον τοίχο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου για να χαζεύουν και την κίνηση και άλλοι να προτιμούν την ωραία βεράντα με τη θέα στον Όρμο.

Ο Παναγιώτης σερβίρει τον συνάδελφο Κώστα Σερέζη
Οι τοίχοι του «Λιμανιού» είναι γεμάτοι από έργα καλλιτεχνών, Ελλήνων και ξένων που πέρασαν ή έζησαν στην Αμοργό και εκεί έβρισκαν φιλόξενο χώρο να τα εκθέσουν και ορισμένοι μάλιστα . Το πιο σπουδαίο όμως είναι ότι το «Λιμάνι» είναι ένας χώρος, ο μοναδικός ίσως σε όλη την Αιγιάλη που μπορεί να μιλήσει για την ιστορία του τουρισμού στο νησί και τούτο γιατί ο Παναγιώτης με το Θανάση έδεσαν εκεί τη ζωή τους και συνέχισαν την παράδοση που ξεκίνησαν οι γονείς τους πριν από τριάντα χρόνια. Σημειώνουμε πως το «Λιμάνι» ανοίγει κάθε χρόνο μια εβδομάδα πριν το Πάσχα και κλείνει περί τα μέσα Οκτωβρίου. Εξαίρεση αποτελεί η γιορτή του Αγίου Νικολάου, στις 6 Δεκεμβρίου που ανοίγει για το μικρό πανηγυράκι και ο Παναγιώτης  στρώνει τραπέζι για τους ντόπιους και τους ξένους που θα τύχει να είναι εκεί αυτές τις ημέρες.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το αφιέρωμα στο "Λιμάνι της κυρά Κατίνας" δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό "Σκάφος - Φουσκωτό" της εφημερίδας Έθνος και είναι ένα από τα πρώτα κείμενα - αφιερώματα στους ιστορικούς επαγγελματίες της Αμοργού και ύλη για το υπό έκεδοση βιβλίο που θα αφορά την Αιγιάλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου